Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

Το διονυσιακό δρώμενο των Μπαμπούγερων στο χωριό Καλή Βρύση Δράμας, παραμονές των Θεοφανείων [κείμενο, φωτογραφίες: Γιώργος Τσελώνης]

Κάθε χρόνο, τις παραμονές των Θεοφανείων και συγκεκριμένα το τριήμερο 6-7-8 Γενάρη, στα κατηφορικά στενά του χωριού Καλή Βρύση Δράμας τριγυρνούν νυχθημερόν μεταμφιεσμένα με μάσκες τα ζωόμορφα «Μπαμπούγερα» ζωσμένα με μεγάλες και βαριές κουδούνες στη μέση, χτυπώντας τους διαβάτες που συναντούν στο δρόμο τους με ένα πουγκί γεμάτο στάχτες, μαζεμένες από τις φωτιές που έκαιγαν στο τζάκια κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου. Χτυπώντας απαλά ή και… δυνατότερα τους διαβάτες στην πλάτη με το πουγκί (αναλόγως σε ποιον θα πέσεις) πραγματοποιούν μια άτυπη μαγική δέηση για να «φύγει το κακό» και να πάει η νέα χρονιά κατ' ευχήν. Ωστόσο –όπως εξιστορούν οι παλαιότεροι– τα Μπαμπούγερα τα παλιά χρόνια ήταν περισσότερο «επιθετικά» σε σχέση με σήμερα: Αν τυχόν συναντούσαν κάποιον στο δρόμο τους, τότε –αλίμονο– δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί! Συγκεκριμένα, τρόμαζαν τους περαστικούς πειράζοντάς τους, χτυπώντας τους ή φράζοντάς τους τον δρόμο για να μην περάσουν! Ο μόνος τρόπος για να ξεφορτωθείς τα δαιμόνια ήταν να τους δώσεις συμβολικά ένα φιλοδώρημα - το οποίο εξάλλου ήταν κι αυτό που ζητούσαν εξαρχής από τους διαβάτες... Όπως συνηθίζεται μέχρι τις μέρες μας, το πρωί των Θεοφανείων τα Μπαμπούγερα –μικρής και μεγάλης ηλικίας– μαζεύονται έξω από την εκκλησία του χωριού κατά την ώρα του αγιασμού των υδάτων με σκοπό –ως άλλοι καλικάντζαροι– να μην αφήσουν τους πιστούς να εξέλθουν από το προαύλιο. Ασύλληπτης έμπνευσης είναι και τα αλλόκοτα χαρακτηριστικά της μάσκας των Μπαμπούγερων - και ιδιαίτερα η διπλή σειρά των δοντιών, για τα οποία χρησιμοποιούνται φασόλια! Οι μεταμφιεσμένοι φέρουν επίσης κολλημένο στο μέτωπο της μάσκας τους ένα στρογγυλό καθρεφτάκι για να τρομάζουν τα παγανά.
Αποκορύφωμα των αρχέγονων αυτών δρώμενων στην Καλή Βρύση –τα οποία έχουν τις ρίζες τους στη γιορτή των Ανθεστηρίων για την καρποφορία της γης και τη γονιμότητα των αγρών– αποτελεί μια αναπαράσταση διονυσιακού γάμου που πραγματοποιείται στην κεντρική πλατεία, αφού προηγουμένως μια μεγάλη πομπή έχει περάσει από τα στενά του χωριού. Αρχικά προηγείται η προετοιμασία και το ντύσιμο του γαμπρού και της νύφης (την οποία συνήθως υποδύεται ένας άντρας). Έπειτα οι δυο νεόνυμφοι ξεκινούν ο καθένας ξεχωριστά από το σπίτι του συνοδευόμενοι από το σόι τους. Σε κάποια φάση –κι ενώ πραγματοποιείται μεταφορά της προίκας– η νύφη αποχαιρετά τους δικούς της για να παραδοθεί στον γαμπρό. Ακολουθεί η συνάντησή τους κι έτσι η γαμήλια πομπή περνάει μέσα απ’ τα στενά του χωριού παρουσία Μπαμπούγερων και άλλων ζωόμορφων μεταμφιεσμένων, πάντα υπό τους ήχους του νταχαρέ ή νταϊρέ (είδος κρουστού) και της γκάιντας (εκείνες τις μέρες ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει και περιπλανώμενους τσιγγάνους από τις Σέρρες οι οποίοι επισκέπτονται το χωριό με τους ζουρνάδες τους). Μόλις η πομπή του κόσμου καταλήξει στην κεντρική πλατεία ακολουθεί στέψη της νύφης, χαιρετισμός των νεονύμφων με ξεκαρδιστικά και παμπόνηρα πειράγματα, καθώς και προσφορά χαρτονομισμάτων που καρφιτσώνονται στο στήθος τους. Όπως είναι φυσικό, η τελετή κλείνει με γαμήλιο γλέντι και χορό, στον οποίο συμμετέχουν όλοι οι παρευρισκόμενοι. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού προσφέρονται στον κόσμο μεζέδες και κεράσματα, ενώ το κόκκινο κρασί ρέει άφθονο –όπως το γάργαρο νερό– από μια ειδικά διαμορφωμένη κάνουλα βαρελιού που είναι συνδεδεμένη με το κεφαλόβρυσο! Αξίζει να σημειωθεί ότι στην περιοχή έχουν έρθει στην επιφάνεια, έπειτα από ανασκαφές, τα απομεινάρια ενός ιερού που ήταν αφιερωμένο στη λατρεία του Διονύσου.
[Οι φωτογραφίες είναι από τον εορτασμό των Μπαμπούγερων τα Θεοφάνεια του 2012]

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Ένα σχεδίασμα βιογραφίας του Χόρχε Λουίς Μπόρχες – Αναζητώντας τα ίχνη του «μάντη Τειρεσία» της ισπανόφωνης και διεθνούς λογοτεχνίας, ο Γιώργος Τσελώνης χαρτογραφεί τη λαβυρινθώδη σκέψη ενός μεγάλου μύστη.

«Ο Μπόρχες αναζωογόνησε τη γλώσσα της λογοτεχνίας περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Ανανεώνοντάς τη με τα δικά του μέσα, προετοίμασε το έδαφος για την εμφάνιση μιας εκλεκτής γενιάς ισπανόφωνων συγγραφέων, η οποία έμελλε να εμφανιστεί στο προσκήνιο» Τζ. Μ. Κούτσι, συγγραφέας

Ο Αργεντινός ποιητής, συγγραφέας, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Χόρχε Λουίς Μπόρχες (Jorge Luis Borges) γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1899, καταγόμενος από μεσοαστική οικογένεια. Οι γονείς του ήταν εξίσου μορφωμένοι κι εμφύσησαν στον Χόρχε την αγάπη για τα γράμματα από τα πρώιμα κιόλας παιδικά του χρόνια. Αν ανατρέξει κανείς στο γενεαλογικό δέντρο της μητέρας του συγγραφέα, θα διαπιστώσει ότι ο Μπόρχες ήταν απόγονος επαναστατών που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της Αργεντινής. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, το ονοματεπώνυμό του αποτελεί ένα είδος «αντίφασης», έναν «παράδοξο συνδυασμό»: ενώ το μικρό του όνομα (Jorge= Γεώργιος) παραπέμπει ετυμολογικά στη «γεωργία» (συνεπώς, συνειρμικά, συνδέεται άρρηκτα με την ύπαιθρο, το επάγγελμα του γεωργού και τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα), το επώνυμό του έχει τις ρίζες του στη λέξη «αστός» (Borges = «bourgeois»). Παράλληλα, το γεγονός ότι η μητέρα του συγγραφέα προερχόταν από την Ουρουγουάη, ενώ ο πατέρας του είχε μεικτή καταγωγή από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Αγγλία, συνέβαλε σημαντικά ώστε ο Μπόρχες να διαμορφώσει έναν αμιγώς «κοσμοπολίτικο» χαρακτήρα ως αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς του, υιοθετώντας εξαρχής διεθνιστικές αντιλήψεις και πανανθρώπινα ιδεώδη και ιδανικά τα οποία αντιτίθονταν στη μισαλλοδοξία και το ρατσισμό. Αργότερα, ο συγγραφέας θα αντλήσει ένα μεγάλο μέρος της έμπνευσής του από τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων του, μετουσιώνοντάς τα σε μυθικές αναφορές με συμβολικό περιεχόμενο. Έχοντας την τύχη να μεγαλώσει πλάι στην αγγλόφωνη και ιδιαίτερα καλλιεργημένη γιαγιά του (μητέρας του πατέρα του), ο μικρός Χόρχε εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα φιλομαθές παιδί. Όντας ήδη δίγλωσσος (ισπανικά και αγγλικά) προτού αρχίσει το σχολείο, ο Μπόρχες σύντομα ήταν σε θέση να χειρίζεται άριστα τη γαλλική και τη γερμανική γλώσσα. Εν τω μεταξύ, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η πόλη του Μπουένος Άιρες («Καλοί Άνεμοι») –η οποία έως τότε κατοικούνταν από μιγάδες και αυτόχθονες ισπανικής καταγωγής– είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε μια πόλη-χωνευτήρι, αφού στην εν λόγω πρωτεύουσα συνέρεαν από την Ευρώπη λαοί διαφορετικών εθνικοτήτων, δημιουργώντας ένα πολύχρωμο και πολυπολιτισμικό μωσαϊκό: η άμεση ανάγκη για επιβίωση ωθούσε Γάλλους, Άγγλους, Γερμανούς, Ιταλούς, Πορτογάλους, Έλληνες, Τούρκους, Εβραίους και Ανατολικοευρωπαίους να μεταναστεύσουν μαζικά στη «Γη της Επαγγελίας» για να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ψωμί και ταυτόχρονα να γλιτώσουν από τον πόλεμο και την ανέχεια που μάστιζαν τη Γηραιά Ήπειρο… Μεγαλώνοντας υπό τις παραπάνω κοινωνικές συνθήκες –και, πρωτίστως, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που ευνοούσε την πνευματική του καλλιέργεια– δόθηκε στον Μπόρχες η ευκαιρία να εξοικειωθεί από πολύ μικρή ηλικία με τη γραφή, την ανάγνωση κι εν γένει το πλούσιο πολιτισμικό υπόβαθρο της αγγλοσαξονικής παράδοσης. Πολύ σύντομα, ο μόλις επτάχρονος συγγραφέας ήταν σε θέση να συντάξει στα ελληνικά (!) μια σύνοψη της ελληνικής μυθολογίας, με την οποία είχε ήδη αναπτύξει εμμονή… Ένα χρόνο αργότερα, οι άνθρωποι του οικογενειακού του περιβάλλοντος θα παρακολουθήσουν έκπληκτοι τον μικρό Χόρχε να γράφει το πρώτο του διήγημα, ενώ στην ηλικία των εννιά, ο εκκολαπτόμενος συγγραφέας θα αναλάβει εξ’ ολοκλήρου μόνος του τη μετάφραση και τη δημοσίευση του «Ευτυχισμένου πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ! Όπως ήταν αναμενόμενο, στα δώδεκά του, ο Μπόρχες ήταν πλέον ικανός να διαβάσει Σαίξπηρ από το πρωτότυπο κείμενο… Ο μόνος που δεν εξεπλάγη από τις θεαματικές επιδόσεις του Χόρχε ήταν ο πατέρας του (δικηγόρος και καθηγητής ψυχολογίας στο επάγγελμα), ο οποίος στο παρελθόν είχε επιδείξει παρόμοιες λογοτεχνικές τάσεις, διαπρέποντας κυρίως στη σύνθεση σονέτων. Επιπλέον, το γεγονός ότι η πατρική οικία του μελλοντικού συγγραφέα και πολυπράγμονα ήταν εν πολλοίς χτισμένη με… βιβλία συνέβαλε σημαντικά ώστε ο Χόρχε να εξοικειωθεί γρήγορα με το συγκεκριμένο περιβάλλον, καταλήγοντας να θεωρεί τις πάσης φύσεως βιβλιοθήκες ως τον φυσικό του χώρο. Όσοι εξάλλου σύχναζαν στο σπίτι της οικογένειας Μπόρχες γνώριζαν ότι τα δωμάτια ήταν ασφυκτικά γεμάτα από συγγράμματα, τόμους ποίησης και δοκίμια τα οποία –καθώς στοιβάζονταν στα ράφια και στο πάτωμα, το ένα πάνω στο άλλο– δημιουργούσαν ομόκεντρους κύκλους κι αλλεπάλληλους λαβύρινθους… Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίο ότι στο μέλλον το αρχετυπικό σύμβολο του «λαβυρίνθου» θ’ απασχολήσει ιδιαίτερα τον συγγραφέα, ενώ η συγκεκριμένη εμπειρία θα τον ωθήσει αργότερα ν’ αποκαλύψει ότι υπήρξε «η πλέον καθοριστική για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του», αφού ο ίδιος «ανέκαθεν φανταζόταν τον παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης»!
Λόγω μιας σοβαρής εκφυλιστικής ασθένειας ή οποία απειλούσε να πλήξει ανεπανόρθωτα την όραση του Μπόρχες του πρεσβύτερου, η οικογένεια του Χόρχε εγκαθίσταται το 1914 στη Γενεύη της Ελβετίας, όπου ο πατέρας του συγγραφέα θα μπορεί στο εξής να παρακολουθείται στενά από έναν εξειδικευμένο γιατρό. Παρότι είχε αλλάξει εντελώς περιβάλλον βρισκόμενος πια επί ευρωπαϊκού εδάφους, μίλια μακριά από την Αργεντινή, ο Χόρχε θα καταφέρει ν’ αφοσιωθεί αποκλειστικά στα μαθήματά του. Παρ’ όλα αυτά, η επερχόμενη ολική τύφλωση του πατέρα του επρόκειτο στο μέλλον να εμφανιστεί ως απειλητικό (και ουσιαστικά αναπόφευκτο) ενδεχόμενο και για τον ίδιο, εξαιτίας της κληρονομικής φύσης της ασθένειας. Το 1918, επιλέγοντας να μη συνεχίσει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο, ο Μπόρχες αποφοιτεί από το Κολέγιο της Γενεύης και η οικογένειά του αποφασίζει να επαναπατριστεί στο Μπουένος Άιρες. Σύντομα, ωστόσο, αλλάζουν γνώμη λόγω των αναταραχών και της ασταθούς πολιτικής κατάστασης που επικρατεί στην Αργεντινή. Αντ’ αυτού, μέχρι το 1921 ο συγγραφέας θα ζήσει διαδοχικά με την οικογένειά του σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις – μεταξύ των οποίων στη Μαδρίτη, τη Σεβίλλη, τη Βαρκελώνη και τη Μαγιόρκα. Στο διάστημα της διαμονής του στην Ισπανία, ο Μπόρχες θα συνδεθεί σε φιλικό αλλά και σε δημιουργικό επίπεδο με τους «Ουλτραϊστές» («Ultraists»), έναν κύκλο διανοούμενων που κινούνται στο χώρο της πρωτοπορίας και του αβανγκάρντ. Στην πραγματικότητα, οι Ουλτραϊστές αποτελούσαν την ισπανική εκδοχή και ταυτόχρονα την απόλυτη ενσάρκωση και συνύπαρξη των ρευμάτων του ντανταϊσμού, του σουρεαλισμού και του εξπρεσιονισμού. Είναι η εποχή που ο συγγραφέας θα τελειοποιήσει τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα λατινικά του και θα μυηθεί στα ρεύματα του συμβολισμού, του μοντερνισμού, στην εξπρεσιονιστική τέχνη και τη γερμανική φιλοσοφία, εντρυφώντας ιδιαίτερα στον Σοπενάουερ. Το 1921, έπειτα από μακρόχρονη απουσία, ο Μπόρχες επιστρέφει στην Αργεντινή, ενώ την επόμενη χρονιά ιδρύει τα λογοτεχνικά περιοδικά «Proa» και «Prisma» με τη βοήθεια του ποιητή Macedonio Fernandez. Σύντομα, τον Αύγουστο του 1924 θ’ ακολουθήσει η έκδοση του «Proa II» και ο Χόρχε θα μετατραπεί σε κινητήρια δύναμη για πολλούς λογοτεχνικούς ομίλους του Μπουένος Άιρες, με αποτέλεσμα σύντομα ν’ αναδειχθεί σε ηγετική φυσιογνωμία για την πολιτιστική ζωή του τόπου του. Εντυπωσιασμένος από την πολιτισμική μεταμόρφωση που έχει υποστεί η γενέτειρα του στο διάστημα της απουσίας του (μα, ωστόσο, εξίσου γοητευμένος από την εγχώρια παράδοση) ο Μπόρχες θ’ ανακαλύψει εκ νέου μια σειρά από εικόνες της καθημερινότητας άμεσα συνυφασμένες με τον λαό της Αργεντινής, επιχειρώντας να τις προσεγγίσει μέσα από μια εντελώς διαφορετική οπτική. Οι ιστορίες που διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια του συγγραφέα στις παρυφές της σύγχρονης μεγαλούπολης, υπό τους ελκυστικούς ρυθμούς του τάνγκο και της μιλόνγκας, είναι μοναδικές. Στα έργα του αρχίζουν ν’ αποτυπώνονται καθημερινές ιστορίες από τις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες όπου ζούνε γνήσιοι λαϊκοί χαρακτήρες με τη δική τους τοπική διάλεκτο (τυπικά παραδείγματα αποτελούν οι μόρτες ή «compafritos» και οι πόρνες από τους οίκους ανοχής), οι οποίες, με τη σειρά τους, συγχωνεύονται με αντίστοιχες αντιπροσωπευτικές εικόνες από την ύπαιθρο. Μία από αυτές είναι η επιβλητική μορφή του «γκάουτσο» (“gaucho”), του Αργεντινού καουμπόι που περιπλανιέται στις «πάμπας» (“pampa”), τις αχανείς εκτάσεις-λιβάδια της χώρας. Εν τέλει, εικόνες σαν τις παραπάνω θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά ενός σημαντικού μέρους του έργου του, συνθέτοντας τη θεματολογία της πρώτης ποιητικής του συλλογής με τίτλο «Ο πυρετός του Μπουένος Άιρες». Δεχόμενη συνεχώς πολυποίκιλες και διαφορετικές επιδράσεις, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’30 η γραφή του Μπόρχες έχει αρχίσει ν’ αποκτά ένα βαθύτερο και μεταφυσικό χαρακτήρα. Έντονα επηρεασμένος από τους υπαρξιστές, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε λογοτεχνικό επίπεδο (Σαρτρ, Καμύ), καθώς και από τη φιλοσοφία του Χάιντεγκερ –την οποία χρησιμοποιεί συστηματικά ως εργαλείο προκειμένου να εμβαθύνει στην έννοια του «χρόνου», το μυστήριο της «ύπαρξης» και τις αρχέγονες καταβολές τους– ο Μπόρχες θ’ αποτολμήσει να καταδυθεί με δέος στα μυστικά της ανθρώπινης ψυχής, αντλώντας στοιχεία πρωτίστως από την ελληνική μυθολογία και τη θεωρία των πλατωνικών αρχετύπων. Δεν είναι τυχαίο ότι το βαθιά πνευματικό περιεχόμενο των ποιημάτων και των διηγημάτων του –τα οποία πλέον κατακλύζονται από εραλδικά, μυστικιστικά και αλχημιστικά σύμβολα– φανερώνει ισχυρούς συγγενικούς δεσμούς αίματος με τη μεταφυσική διδασκαλία μεγάλων μυστών όπως οι Έρμαν Έσσε, Οκτάβιο Παζ και Καρλ Γιούνγκ. Το 1931, μέσω της ένταξής του στη συντακτική ομάδα του «Sur», κορυφαίου λογοτεχνικού περιοδικού της Αργεντινής, ο Μπόρχες θα γνωριστεί με τον Αντόλφο Μπιόι Κασάρες (Adolfo Bioy Casares), έναν από τους σημαντικότερους διανοούμενους της χώρας. Οι δύο άντρες θα γίνουν αμέσως επιστήθιοι φίλοι παραμένοντας ταυτόχρονα στενοί συνεργάτες επί σειρά ετών. Εν συνεχεία, το 1933, ο συγγραφέας θ’ αρχίσει να συνεργάζεται με τη γνωστή εφημερίδα «Critica», διατηρώντας μια στήλη αποκλειστικά αφιερωμένη στη λογοτεχνία. Την ίδια περίοδο, θα του δοθεί η ευκαιρία να εργαστεί ως σύμβουλος λογοτεχνικών εκδόσεων στον εκδοτικό οίκο «Emece Editores», ενώ για ένα διάστημα (1936-1939) θ’ αρθρογραφήσει στη βραχύβια εφημερίδα «El Hogar» («Η Εστία»). Το 1937 ο Μπόρχες διορίζεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Μπουένος Άιρες ως βοηθός βιβλιοθηκάριος. Από τη συγκεκριμένη περίοδο, είναι παροιμιώδης η… μάταια προσπάθεια των συναδέλφων του να τον εμποδίζουν να καταχωρεί περισσότερα από εκατό βιβλία μέσα σε μόλις μία ώρα (!), τη στιγμή που για τη συγκεκριμένη εργασία απαιτείται συνήθως μια ολόκληρη μέρα! Όπως ήταν αναμενόμενο, μέχρι τη λήξη του ωραρίου του, ο συγγραφέας συνήθως περνούσε τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας του γράφοντας άρθρα ή διηγήματα στο υπόγειο της βιβλιοθήκης…
Το 1938 ο πατέρας του Μπόρχες πεθαίνει και το πλήγμα γι’ αυτόν είναι μεγάλο. Τελικά, το 1944 εκδίδονται οι «Λαβύρινθοι», ένα από τα έργα που συστήνουν τον Αργεντινό διανοούμενο για πρώτη φορά στο ευρύτερο κοινό, ενώ το 1949 τη σκυτάλη παίρνει το θρυλικό «Άλεφ». Όλα, ωστόσο, έχουν αλλάξει δραματικά ήδη από το 1946, όταν ο «δημοκρατικά εκλεγμένος» δικτάτορας Περόν με την άνοδό του στην εξουσία είχε επιχειρήσει απεγνωσμένα να θέσει τον Μπόρχες στο περιθώριο λογοκρίνοντας το έργο του δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό. «Απαλλάσσοντάς» τον από τις αρμοδιότητές του στη Βιβλιοθήκη έπειτα από οκτώ ολόκληρα χρόνια, σε χρόνο μηδέν ο Περόν εκτοπίζει τον συγγραφέα στη Δημοτική Αγορά του Μπουένος Άιρες εν είδει «προαγωγής», αναθέτοντάς του την εξευτελιστική αρμοδιότητα του «Επιθεωρητή Πουλερικών και Κουνελιών»! Αποφασίζοντας να προασπίσει με σθένος την αξιοπρέπειά του, ο Μπόρχες θα περιγράψει τον εαυτό του ως «αναρχικό ειρηνιστή». Παράλληλα, βάλλοντας κατά της εξουσίας, θα υπογράψει μια διακήρυξη υπέρ της δημοκρατίας δημοσιεύοντας μια επιστολή με την εξής δήλωση: «Οι δικτατορίες προωθούν την καταπίεση, τη δουλοπρέπεια και τη βαναυσότητα. Ωστόσο, το πιο αποτρόπαιο είναι ότι προωθούν την ηλιθιότητα.». Λόγω της επιδείνωσης του γλαυκώματος που απειλούσε σταδιακά την όρασή του –καθώς και της συνεπακόλουθης ανικανότητάς του ν’ ασχοληθεί συστηματικά με τη συγγραφή και την ανάγνωση– κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 ο συγγραφέας θα διοχετεύσει όλη του τη δημιουργικότητα σε δημόσιες διαλέξεις σε πανεπιστήμια και ιδιωτικά ιδρύματα, καταφέρνοντας να διαπρέψει και σε αυτόν τον τομέα. Έχοντας ήδη διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Χρονικά» του Μπουένος Άιρες για δύο χρόνια, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ανακηρύσσεται Πρόεδρος του Αργεντίνικου Συνδέσμου Συγγραφέων (1950-1953) και Καθηγητής Αγγλικής και Αμερικανικής Λογοτεχνίας στον Αργεντίνικο Σύνδεσμο Αγγλικού Πολιτισμού (1950-1955). Τελικά, όταν το 1955 οι πολιτικοί αντίπαλοι του Περόν θ’ ανέβουν στην εξουσία, ο Μπόρχες θα διοριστεί επικεφαλής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, νιώθοντας για πρώτη φορά δικαιωμένος έπειτα από σειρά ετών. Την ίδια περίοδο, αποδεικνύοντας γι’ ακόμα μια φορά τη χαλκέντερη φύση του, ο συγγραφέας θα διευρύνει τις συνεργασίες του αρχίζοντας να γράφει σενάρια για ταινίες. Τελικά, ως επισφράγισμα της προσφοράς του στα γράμματα και τις τέχνες της Αργεντινής, το 1956 του απονέμεται το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας, ενώ την ίδια χρονιά διορίζεται καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες – μια έδρα που ο συγγραφέας θα διατηρήσει μέχρι το 1970. Η είσοδος στη δεκαετία του ’60 σηματοδοτεί τη διεθνή αναγνώριση του Μπόρχες. Η μεγαλύτερη αφορμή με την οποία το αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό μπόρεσε να έρθει σε επαφή με το έργο του –παρακάμπτοντας τα περιοριστικά σύνορα του ισπανόφωνου κόσμου– στάθηκε η τιμητική διάκριση του συγγραφέα με το Βραβείο Φορμεντόρ το 1961, έναν τίτλο που ο Αργεντινός διανοούμενος μοιράστηκε από κοινού με τον θεατρικό συγγραφέα Σάμιουελ Μπέκετ. Ακολούθησε η έναρξη και κατόπιν η διατήρηση μιας σταθερής και μακρόχρονης συνεργασίας με τον Αμερικανό μεταφραστή Νόρμαν Τόμας ντι Τζοβάνι, η οποία συνέβαλε κι αυτή σημαντικά στη διάδοση του έργου του στον αγγλόφωνο κόσμο. Ήδη από το 1962, τα έργα του αρχίζουν να μεταφράζονται συστηματικά σε πολλές γλώσσες ανά τον κόσμο. Την ίδια στιγμή ο Μπόρχες, εν αγνοία του, προετοιμάζει κατάλληλα το έδαφος ούτως ώστε σύντομα να ξεπηδήσει μια νέα γενιά ισπανόφωνων και λατινόφωνων συγγραφέων. Οι τελευταίοι, πατώντας με τη σειρά τους στα χνάρια του συγγραφέα, θα δημιουργήσουν τη δική της εκδοχή για το λογοτεχνικό είδος που θα μείνει γνωστό ως «μαγικός ρεαλισμός». Μεταξύ των διακεκριμένων συγγραφέων που γνώρισαν διεθνή απήχηση με το έργο τους οφείλοντας –ως ένα μεγάλο βαθμό– τη φήμης τους στον Μπόρχες αναφέρουμε ενδεικτικά τους Ίταλο Καλβίνο, Χούλιο Κορτάσαρ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Κάρλος Φουέντες, Ουμπέρτο Έκο, και αργότερα τον Πάολο Κοέλιο. Δύο από τα συγγράμματα που συνέβαλαν σημαντικά στη διάδοση της φήμης του Μπόρχες ήταν η αγγλική μετάφραση των «Λαβυρίνθων» (“Ficciones”, 1962), καθώς και η έκδοση του «Βιβλίου των φανταστικών όντων» (“The book of imaginary beings”, 1967). Το 1962 η ιταλική κυβέρνηση τον αναγορεύει “Commendatore”, ενώ το Πανεπιστήμιο του Ώστιν, με έδρα το Τέξας των ΗΠΑ, τον προσκαλεί για ένα χρόνο ως επισκέπτη καθηγητή. Το 1965 ο συγγραφέας θα βρεθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο ως επίτιμος προσκεκλημένος της βασίλισσας Ελισάβετ ΄Β, παραλαμβάνοντας από την ίδια έναν ειδικό τιμητικό τίτλο. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια διάσταση της συγγραφικής παρακαταθήκης του Μπόρχες η οποία σήμερα παραμένει σχετικά άγνωστη: Πρόκειται για τη σχέση που, ως ομφάλιος λώρος, συνδέει τους οραματισμούς του με τις βαθύτατες αναζητήσεις μιας ολόκληρης γενιάς νέων ανθρώπων οι οποίοι στα τέλη της δεκαετίας του ’60 έψαχναν εναγωνίως για νέες αξίες και ιδανικά. Στην προαναφερθείσα περίοδο, το έργο του τυφλού μύστη θα ασκήσει τεράστια επιρροή στην ψυχεδελική κουλτούρα, το φοιτητικό κίνημα, τη γενιά της αμφισβήτησης, κι εν γένει σε όλο το κίνημα της «αντικουλτούρας», όπως αυτό θα διαμορφωθεί μέσα από την αβανγκάρντ μουσική, την εναλλακτική λογοτεχνία και τον πειραματικό κινηματογράφο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τόσο οι άμεσες όσο και οι έμμεσες, «κρυπτογραφικές» αναφορές στον Μπόρχες και το έργο του, όπως έχουν αποτυπωθεί στις σεκάνς της αντεργκράουντ, ψυχεδελικής ταινίας «Performance» (1970) του σκηνοθέτη Νίκολας Ρεγκ, με πρωταγωνιστές του Τζέιμς Φοξ, Μικ Τζάγκερ και Ανίτα Πάλενμπεργκ (βλ. παρακάτω φωτογραφία).
Δυστυχώς, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Μπόρχες ήταν πια ολοκληρωτικά τυφλός. Μην έχοντας διδαχθεί ποτέ το σύστημα Μπράιγ, ο συγγραφέας ήταν ουσιαστικά ανίκανος να γράψει και να διαβάσει, έχοντας πλέον άμεση ανάγκη από τη φροντίδα της μητέρας του, η οποία εκτελούσε για λογαριασμό του χρέη προσωπικής γραμματέας. Το 1971 ο Μπόρχες παραλαμβάνει το διεθνές «Βραβείο Ιερουσαλήμ», έναν ξεχωριστό τιμητικό τίτλο ο οποίος εδώ και δεκαετίες απονέμεται σε συγγραφείς που διακρίνονται για την προοδευτική τους σκέψη και ασχολούνται με κοινωνικά και πολιτιστικά θέματα, όπως π.χ., την προάσπιση της ειρήνης και της κοινωνικής πρόνοιας (άλλοι διανοούμενοι στους οποίους έχει κατά καιρούς απονεμηθεί είναι οι Μπέρτραντ Ράσελ, Οκτάβιο Παζ. Ευγένιος Ιονέσκο, Σιμόν ντε Μπουβουάρ, Μίλαν Κούντερα, Ερνέστο Σαμπάτο, Τζ. Μ. Κούτσι κ.ά.). Ωστόσο, όλα ανατρέπονται ξανά το 1973, όταν ο Χουάν Περόν επανέρχεται στην εξουσία ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του και έτσι ο Μπόρχες παραιτείται από τη θέση του στη Βιβλιοθήκη ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Λίγο πριν, υποκύπτοντας στις πιέσεις της υπέργηρης μητέρα του η οποία, διαισθανόμενη το τέλος της να πλησιάζει, επιθυμούσε να δει τον γιο της παντρεμένο, ο Μπόρχες είχε πραγματοποιήσει απρόθυμα έναν αποτυχημένο γάμο ο οποίος διήρκεσε από το 1967 έως το 1970. Ωστόσο, έπειτα από την έκδοση του διαζυγίου του, ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας θα εξακολουθήσει να ζει ερμητικά, επιστρέφοντας στο μικρό του διαμέρισμα, δεχόμενος αποκλειστικά τις φροντίδες της οικιακής του βοηθού. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και ιδιαίτερα έπειτα από τον θάνατο της μητέρας του (1975), ο Μπόρχες αρχίζει να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο συμμετέχοντας σε συνέδρια και διαλέξεις, έχοντας πάντα στο πλευρό του ως γραμματέα και βοηθό την αργεντίνικης καταγωγής Μαρία Κοδάμα. Την τελευταία περίοδο της ζωής του, ο συγγραφέας συνέθετε πολλά από τα έργα του με προφορικό τρόπο, συνήθως υπαγορεύοντας το κείμενο στην Κοδάμα ή σε άλλους συνεργάτες του. Το 1980 ο Μπόρχες παραλαμβάνει το βραβείο Prix mondial Cino Del Duca, ενώ σύντομα ακολουθούν το μετάλλιο της γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής (1983) και το βραβείο Θερβάντες. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι ο Μπόρχες δεν τιμήθηκε ποτέ με το Νόμπελ Λογοτεχνίας αποτελεί μέχρι σήμερα μυστήριο για πολλούς αναγνώστες ανά τον κόσμο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα βραβείο το οποίο, πριν από αυτόν, δεν είχε παρομοίως απονεμηθεί σε κάποιους εξίσου σημαντικούς ομοτέχνους του όπως οι Λέο Τολστόι, Τζέιμς Τζόις, Γκράχαμ Γκριν και Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ! Πολλοί, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι ο λόγος για τον οποίο ο συγγραφέας δεν επελέγη για το βραβείο είναι ουσιαστικά πολιτικής φύσεως κι ενδεχομένως οφείλεται στο γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε καταδίκασε δημοσίως τα δικτατορικά καθεστώτα στη Χιλή, στην Ουρουγουάη και σε άλλες χώρες της Λατινικής και Νοτίου Αμερικής. Στην πραγματικότητα, ο Μπόρχες απεχθανόταν κάθε μορφή ολοκληρωτικού καθεστώτος, τόσο κομμουνιστικής όσο και συντηρητικής ή εθνικιστικής προέλευσης, αφού υπήρξε μία κατεξοχήν ευγενική φυσιογνωμία, ένας πράος και ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος με οξυμένη αίσθηση του χιούμορ, φύσει αντίθετος στη λογοκρισία. Σε ό,τι αφορά τις πολιτικές του πεποιθήσεις, υπήρξε τουλάχιστον ξεκάθαρος αφού –όπως ήδη αναφέρθηκε– είχε περιγράψει τον εαυτό του ως «αναρχο-ειρηνιστή». Την τελευταία δεκαετία της ζωής του, ο Μπόρχες είχε πάντοτε στο πλευρό του τη Μαρία Κοδάμα, την οποία τελικά παντρεύτηκε στη Γενεύη, λίγο πριν πεθάνει. Έκτοτε, η Κοδάμα είναι η νόμιμη κληρονόμος των πνευματικών δικαιωμάτων του συγγραφέα, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι λίγες οι φορές που έχει κατηγορηθεί από τον κόσμο της διανόησης –καθώς και από σημαίνοντες διεθνείς εκδοτικούς οίκους (π.χ., τις γαλλικές εκδόσεις Gallimard)– για κακοδιαχείριση της πνευματικής κληρονομιάς και ταυτόχρονα σφετερισμό της φήμης και της περιουσίας του απελθόντα συζύγου της. Ο Μπόρχες απεβίωσε στις 14 Ιουνίου 1986 στη Γενεύη, την πόλη στην οποία είχε ζήσει και αγαπήσει στα χρόνια της πρώτης νιότης του. Ωστόσο σήμερα, το πνεύμα του μεγάλου μύστη παραμένει ολοζώντανο στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων, με τον ίδιο τρόπο που παραμένει αναλλοίωτη στο πέρασμα των αιώνων η μνήμη του Ουίλιαμ Μπλέηκ και άλλων μυστών και αγίων που αγάπησαν τον άνθρωπο δίχως το παραμικρό ίχνος ιδιοτέλειας.
Το συμβολικό βάθος του έργου του Μπόρχες διαπιστώνεται από το εύρος των μυθοπλαστικών και κοσμογονικών αναφορών του. Όπως ακριβώς πράττει ο Ανδρέας Εμπειρίκος συνθέτοντας το δικό του «συναξάρι αγίων» στο θρυλικό ποίημα «Οι Μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι» (1963) –στους στίχους του οποίου όλοι οι ομογάλακτοι του ποιητή συνωστίζονται στην ίδια πινακοθήκη διασχίζοντας τους αιώνες ως χερουβείμ του Ουίλιαμ Μπλέηκ– έτσι και στο πολυδιάστατο έργο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες αντανακλάται με βασανιστική ευκρίνεια –σαν μέσα από καθρέπτη– η αινιγματική φύση του σύμπαντος, ιδωμένη ωστόσο μέσα από την υπερβατική οπτική της προσωπικής μυθολογίας του συγγραφέα. Αποφεύγοντας συνειδητά να εκφράζεται μέσα από εκτενή και πολυσέλιδα έργα, τα οποία –σύμφωνα με τον ίδιο– συχνά αποδεικνύονται κουραστικά και άνευ ουσίας για τον αναγνώστη, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50 –όταν πια η τύφλωσή του γίνεται ολική– ο Μπόρχες αρχίζει να επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στην ποίηση, καταφέρνοντας σταδιακά να αποστηθίζει ολόκληρο το κείμενο. Παρότι ως συγγραφέας καλλιέργησε όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου (ποίηση, πεζογραφήματα, δοκίμια, σενάρια, κριτικές, προλόγους), τα ποιήματα, τα διηγήματα και τα δοκίμιά του είναι εκείνα που βρίθουν μυθολογικών, ιστορικών, θρησκειολογικών, φιλοσοφικών κι επιστημονικών αναφορών. Στο έργο του Μπόρχες οι θεμελιώδεις αρχές και η πεμπτουσία τόσο του χριστιανισμού όσο και των υπόλοιπων μεγάλων θρησκειών της ανθρωπότητας αναδομούνται και επαναπροσδιορίζονται, συνθέτοντας με αυτό τον τρόπο ένα εντυπωσιακό ψηφιδωτό. Πάνω στις ψηφίδες του, η αρχέγονη μνήμη και τα καταγεγραμμένα ιστορικά γεγονότα γίνονται ένα μες στην αχλή του μύθου μέσω της απαιτητικής τέχνης της αναδόμησης, της οποίας ο συγγραφέας είναι άριστος γνώστης. Επιπλέον, εφαρμόζοντας την τεχνική του κολάζ – και ακόμα περισσότερο, την υψηλή τέχνη της «λογοτεχνικής απάτης» ή «πλαστογραφίας» («literary forgery»)– ο Μπόρχες είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να ανατρέξει σε οποιαδήποτε ιστορική περίοδο επιθυμήσει ο ίδιος ανά τους αιώνες, ενσωματώνοντας όσα στοιχεία κατέχουν ζωτική σημασία για το έργο του. Παράλληλα, είναι γνωστή η τάση του να γράφει πραγματείες και απολαυστικές αναλύσεις για απολύτως φανταστικούς χαρακτήρες, παίρνοντας συχνά τη σκυτάλη από τον αρχικό συγγραφέα (αν υπάρχει) για να μας παραδώσει τη δική του «εκδοχή» για έναν ακρογωνιαίο λίθο της παγκόσμιας λογοτεχνίας (ή, ακόμα, για να γράψει τη συνέχεια ενός έργου… που δεν υπήρξε ποτέ!) Ο Μπόρχες είναι ένας ευφυής «κιβδηλοποιός» ο οποίος ειδικεύεται συστηματικά στην «παραποίηση της πραγματικότητας» και την κριτική παρουσίαση ανύπαρκτων έργων εν είδει μιας… συμπαντικής φάρσας! Όπως πολύ χαρακτηριστικά έχει πει: «Πάντα προτιμούσα να γράφω σημειώσεις που να αφορούν φανταστικά βιβλία. Όταν γράφω, δεν σκέφτομαι τον αναγνώστη (γιατί ο αναγνώστης είναι ένα φανταστικό πρόσωπο), ούτε τον εαυτό μου (ίσως κι εγώ να είμαι ένα φανταστικό πρόσωπο). Σκέφτομαι αυτό που προσπαθώ να αποδώσω και κάνω ό,τι μπορώ για να μην το καταστρέψω…» Αν εξετάσουμε την παράλληλη ιδιότητα του Μπόρχες ως μεταφραστή, θα πρέπει αρχικά να λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι ο συγγραφέας υπήρξε δίγλωσσος ήδη από τα πρώιμα παιδικά του χρόνια (αγγλικά, ισπανικά), ενώ αργότερα εξελίχθηκε σε άριστο χειριστή πολλών γλωσσών (γαλλικά, γερμανικά, λατινικά, αρχαία αγγλικά, αρχαία σκανδιναβικά). Έχοντας εξαρχής όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε δεινό μεταφραστή (κυρίως λόγω της έμφυτης φιλομάθειάς του, της πλούσιας παιδείας, της κοσμοπολίτικης καταγωγής και της ισορροπημένης οικογενειακής ανατροφής του), ο Μπόρχες ανέπτυξε στο έπακρο όλες του τις αισθήσεις, καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο το δυσαναπλήρωτο κενό που άφησε στη θέση της η αρχικά ατροφική κι εν συνεχεία απολεσθείσα όρασή του. Μεγεθύνοντας τις ήδη οξυμένες αισθήσεις του μέσω της οδυνηρής εμπειρίας της τύφλωσης, ο ποιητής καλλιεργεί ενστικτωδώς το ένστικτο της ενόρασης. Διαισθανόμενος πράγματα μη αντιληπτά για τη συνείδηση του μέσου ανθρώπου, είναι πλέον ικανός να αποδώσει την παραμικρή, τη λεπτότερη ποιητική απόχρωση... Εξάλλου, ο ίδιος ο Μπόρχες υποστήριζε ότι «το πρωτότυπο δεν είναι ποτέ πιστό στη μετάφραση», καθώς και ότι το μετάφρασμα μπορεί τελικά να είναι ανώτερο και περισσότερο εμπνευσμένο από το πρωτότυπο…
Από τις σελίδες των βιβλίων του –οι οποίες είναι κατάμεστες από ημερομηνίες, γενεαλογικά δέντρα, ονόματα και τοποθεσίες– παρελαύνουν θρυμματισμένα αρχέτυπα προερχόμενα από τον κόσμο των ιδεών: ξίφη, εραλδικά σύμβολα, θυρεοί, κλεψύδρες, ρολόγια, εκκρεμή, καθρέπτες, λαβύρινθοι, χάρτες, κοχύλια, όστρακα, γεωμετρικά σύμβολα, μαίανδροι, σπείρες, ελικοειδείς σχηματισμοί, θιβετιανά mandala, μυθολογικά όντα, μυθικές μορφές νεκρών βασιλιάδων και ηρώων. Η γενικότερη αίσθηση που αναβλύζει από τα γραπτά του Μπόρχες είναι ότι ο φαινομενικά «πραγματικός» κόσμος της καθημερινότητας, όπως τον αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, είναι ολότελα επινοημένος –σχεδόν εφευρημένος. Ταυτόχρονα, το ίδιο ισχύει και για τον κόσμο των ιδεών, ο οποίος αποτελεί αντανάκλαση των ίδιων θραυσμάτων και ψευδαισθήσεων, συνθέτοντας έτσι ένα μετείκασμα της «πραγματικότητας». Οι «Μυθοπλασίες» είναι ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά έργα του συγγραφέα, στο οποίο ο αναγνώστης συναντά πολλά από τα παραπάνω σύμβολα. Έχοντας ως σαφή αφετηρία τα ήθη, τα έθιμα, τη λαϊκή παράδοση και την ιστορία του τόπου του –της ευλογημένης γης της Αργεντινής– στα σημαντικότερα ερεθίσματα από τα οποία ο Μπόρχες αντλεί την έμπνευσή του μπορούμε να συμπεριλάβουμε τα μαθηματικά, τη θεολογία, τον κόσμο των πλατωνικών αρχετύπων, την παγκόσμια μυθολογία (κελτική, σκανδιναβική, αιγυπτιακή και πρωτίστως την ελληνική), κάποια από τα αρχαιότερα καταγεγραμμένα κείμενα στην ιστορία της ανθρωπότητας (η Αιγυπτιακή και η Θιβετιανή Βίβλος των Νεκρών, το Έπος του Γιλγαμές, η Μπαγκαβάτ-Γκίτα), καθώς και ορισμένα μεταγενέστερα (Μπέογουλφ, Καλεβάλα, Έπος των Νιμπελούγκεν). Ωστόσο, πλάι στα δοκίμιά του με θέμα τις πολιτισμικές ρίζες της πατρίδας του (όπως π.χ., την ιστορία του τάνγκο, τον Κάρλος Γκαρντέλ και τις μελωδίες που ξεχύνονται από το μικροσκοπικό μπαντονεόν, την αγροτική ύπαιθρο και τους «γκάουτσος» της «πάμπας» ή ακόμα τις λαϊκές συνοικίες με τα κόκκινα φανάρια και τους μάγκες του δρόμου), εξέχουσα θέση στα γραπτά του κατέχουν τα ιερά χριστιανικά, ισλαμικά, βουδιστικά και εβραϊκά κείμενα (Παλαιά και Καινή Διαθήκη, Κοράνιο, Ευαγγέλια, απόκρυφα και μη), καθώς και κάποιες περισσότερο «ομιχλώδεις» επιστήμες όπως ο Γνωστικισμός, η Αριθμοσοφία, το Ταλμούδ, η Καββάλα, η Κρυπτοζωολογία (στα συγγράμματά του αφθονούν οι αναφορές σε μυθολογικά πλάσματα όπως οι Κυνοκέφαλοι, οι Σειρήνες και οι Αμαζόνες). Το παζλ συμπληρώνεται από εύθραυστα «κομμάτια» απαράμιλλης ομορφιάς όπως η ιαπωνική ποίηση και η τεχνική των «χαϊκού». Έχοντας εντρυφήσει στη διδασκαλία των μεγαλύτερων μυστών της ανθρωπότητας (Ιησούς, Βούδας, Σωκράτης και Πυθαγόρας), και βρισκόμενος σε μια συνεχή εναλλαγή του φωτός με το σκοτάδι, ο Μπόρχες δημιουργεί ένα ιλιγγιώδες καλειδοσκόπιο αποτελούμενο από φαινομενικά «αντίθετα» αλλά ουσιαστικά αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία. Το διονυσιακό και το απολλώνιο, το γιν και το γιανγκ, μπλέκονται ατέρμονα το ένα μέσα στο άλλο… Στα γραπτά του, η εβραϊκή μυθολογία και η Βίβλος, η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια», η «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και τα περίφημα «ρουμπαγιάτ» του Ομάρ Καγιάμ, οι «Χίλιες και μια νύχτες» της περσικής παράδοσης και οι στροβιλισμοί των εκστατικών δερβίσηδων του Σουφικού τάγματος του Τζελαλεντίν Ρουμί αναμειγνύονται με τα αρχετυπικά έργα – «ακρόπρωρα» της κλασικής και της νεότερης λογοτεχνίας. Εδώ, οι επιρροές του από Σαίξπηρ, Θερβάντες, Πόε, Γουόρντσγουορθ, Μέλβιλ, Ντοστογιέφσκι, Ουίτμαν, Λάβκραφτ, Γουέλς, Κόνραντ, Φόκνερ, Γέητς, Έσσε και Κάφκα είναι εμφανείς (έργα πολλών εκ των οποίων έχει μεταφράσει). Μέσα από την αινιγματική μυθολογία του ο Μπόρχες αναδύεται ως ένας εξαϋλωμένος προφήτης, ως πνευματικό τέκνο της φαντασίας του Μπλέηκ. Ίπταται πάνω από τα κεφάλια των αναγνωστών ως αγγελιαφόρος της αγάπης και της μυστηριώδους συνεύρεσης των ουρανών και της κόλασης. Ο Μπόρχες είναι ο αδιαφιλονίκητος μάντης Τειρεσίας όχι μόνο της ισπανόφωνης αλλά και τη διεθνούς λογοτεχνίας… Ως εκ τούτου, στα δοκίμια και στους στίχους του παρατηρείται μια άνευ προηγουμένου συνάθροιση φιλοσόφων, μυστών και άλλων πνευματικών δασκάλων. Μεταξύ άλλων, μέσα στον εν λόγω συνωστισμό διακρίνουμε φυσιογνωμίες όπως ο Όμηρος, ο Ηράκλειτος, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και ο Γαλιλαίος οι οποίοι συνδιαλέγονται με εκλεκτούς επιγόνους τους όπως οι Σαίξπηρ, Σοπενάουερ, Σβέτενμποργκ, Νίτσε και Γιούνγκ. Στην αναπαράσταση του ακριβώς διπλανού ξυλόγλυπτου τριπτύχου, ο Ιησούς δρασκελίζει τον αέρα πλάι στους έκπτωτους αγγέλους από τον «Απολεσθέντα Παράδεισο» του Μίλτον, ενώ οι προσωκρατικοί συνομιλούν με τον Μαρινέτι και τους φουτουριστές των αρχών του 20ού αιώνα… Διαγράφοντας παράλληλη τροχιά, οι ήρωες του Διονυσιακού, του Θηβαϊκού και του Ομηρικού κύκλου (Αριάδνη, Οιδίποδας, Οδυσσέας) διασταυρώνονται με τους Πρωτόπλαστους, τον σκανδιναβικό θεό Οντίν, τον Αινεία, τους Άραβες σοφούς, τον Καρτέσιο, τον Σπινόζα και τους Άγγλους ρομαντικούς ποιητές. Ο Μπόρχες νιώθει σαν τον Δημιουργό που κρατάει στα φλεγόμενα χέρια του μια μικρογραφία της υφηλίου. Είναι ο πανούργος Ερμής της ελληνικής μυθολογίας, το παιχνιδιάρικο ξωτικό της κελτικής παράδοσης, ο «trickster» ή «συμπαντικός κατεργάρης» της γιουνγκιανής κοσμογονίας. Κινείται στις εσχατιές του σύμπαντος πετώντας με μεγάλη άνεση ανάμεσα στους πλανήτες και τους αστερισμούς. Μεταχειρίζεται ολόκληρη την πλάση σαν παιχνίδι, παίρνοντάς την, κατά βάθος, πολύ στα σοβαρά… Εξ ου και η έντονη αίσθηση του χιούμορ, της ειρωνείας και του αυτοσαρκασμού, που τον χαρακτηρίζουν. Την ίδια στιγμή, ο Μπόρχες ψάχνει για το βαθύτερο νόημα που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. Οι συνειρμοί της σκέψης του ισοδυναμούν με γρίφους, είναι μυστηριώδεις, διφορούμενοι και γεμάτοι υπαινιγμούς. Ο Μπόρχες συχνά υποστήριζε ότι «όλοι είμαστε Έλληνες» και ότι «όλη η Δύση είναι Ελλάδα εν εξορία, όλοι οι Δυτικοί είναι Έλληνες εν εξορία». Παρά την άφατη εκτίμησή του και τις αναμφισβήτητες επιδράσεις του από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αγνοούσε το έργο σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών της εποχής του (εν μέρει λόγω της τύφλωσής του). Μοναδικές εξαιρέσεις αποτελούσαν ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης. Αργότερα, ωστόσο, κάποιοι μελετητές του έργου του εντόπισαν πολλές ομοιότητες και κοινά σημεία αναφοράς με το μυθολογικό σύμπαν του Νίκου Εγγονόπουλου! Εν κατακλείδι, πέρα από την εμφανέστατη επιρροή του από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, είναι γεγονός ότι από τη μινωική Κνωσό μέχρι την πολύπαθη Τροία, από την Κόρδοβα μέχρι τα σκανδιναβικά φιόρδ, από το σπήλαιο της Αλταμίρας μέχρι τον κήπο της Γεσθημανή και τον Γολγοθά, όπως και από την αρχαία Ρώμη μέχρι τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, το πνεύμα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες θα συνεχίσει να πλανάται ελεύθερο πάνω από οτιδήποτε αόρατο ή επιστητό, θυμίζοντάς μας ότι υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους μύστες και φιλοσόφους που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Ο Γιώργος Τσελώνης εξετάζει τι συνδέει τη ναυτική τραγωδία του φαλαινοθηρικού Essex –η οποία τον χειμώνα του 1820 εξελίχθηκε σε ιστορία κανιβαλισμού– με το μυθιστόρημα "Moby-Dick" του Herman Melville και το τραγούδι “Nantucket Sleighride” των blues rockers Mountain.


Η νήσος Ναντάκετ (Nantucket) βρίσκεται 30 μίλια από το ακρωτήριο Κοντ της Μασαχουσέτης (Cape Cod), βόρεια της Βοστόνης, στις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ. Ήδη από τον 18ο αιώνα, το Ναντάκετ ήταν γνωστό σε όλη την Αμερική αλλά και σε όλο τον κόσμο ως ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια οργανωμένης φαλαινοθηρίας. Μέχρι το καλοκαίρι του 1819, ο στόλος των φαλαινοθηρικών του Ναντάκετ αριθμούσε περισσότερα από 70 πλοία που «όργωναν» τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό για το κρέας και το λίπος της φάλαινας – και ιδιαίτερα του φυσητήρα (sperm whale). Μεταξύ αυτών ήταν και το 238 τόνων Essex, ένα από τα παλαιότερα σκαριά, το οποίο ωστόσο είχε πολύ καλή φήμη και μάλιστα θεωρούνταν και τυχερό από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του. Τον Αύγουστο του 1819 ο George Pollard Jr. έγινε καπετάνιος του πλοίου σε ηλικία 29 ετών επανδρώνοντας το πλήρωμα με 20 ακόμα άντρες νεαρής ηλικίας – μεταξύ των οποίων και ο έφηβος ξάδελφός του Owen Coffin, τον οποίο έθεσε εξαρχής υπό την προστασία του. Μεταξύ του 21μελούς πληρώματος βρίσκονταν επίσης ο υποπλοίαρχος Owen Chase (φωτό) και ο καμαρότος Thomas Nickerson – δύο πρόσωπα «κλειδιά» για τη μετέπειτα διάδοση της φήμης του πλοίου σε όλο τον κόσμο… Το Essex σάλπαρε από το λιμάνι του Ναντάκετ τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς για ένα προγραμματισμένο ταξίδι δυόμισι ετών στις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ, στον Ειρηνικό. Ωστόσο, το πλοίο αποδείχθηκε κακότυχο μόλις δύο μέρες μετά τον απόπλου του, όταν υπέστη σημαντικές ζημιές σε μια θύελλα στη μέση του ωκεανού και κάποιες από τις βάρκες του καταστράφηκαν. Εντούτοις, το πλήρωμα του Essex αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του και να επισκευάσει τις ζημιές στο πρώτο λιμάνι που θα συναντούσε, φοβούμενο ωστόσο να αποβιβαστεί σε κάποιο άγνωστο νησί του Ειρηνικού επειδή υπήρχαν φήμες ότι ενδεχομένως κατοικούνταν από φυλές κανιβάλων… Διαπλέοντας τον Ειρηνικό, το Essex έφτασε στα νησιά Γκαλάπαγκος (Galapagos), το φθινόπωρο του 1820 όπου το πλήρωμα εντόπισε χελώνες με το κρέας των οποίων μπόρεσε να τραφεί, δεδομένου ότι οι προμήθειες σε τρόφιμα και νερό είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν δραματικά. Στις 20 Νοεμβρίου 1820 το πλοίο βρισκόταν 2.000 ναυτικά μίλια από την ακτή όταν εμβολίστηκε από έναν τεράστιο φυσητήρα (μεγαλύτερο από 20 μέτρα, σύμφωνα με τους μετέπειτα επιζώντες), με αποτέλεσμα να βυθιστεί. Το πλήρωμα επιβιβάστηκε στις μοναδικές τρεις βάρκες του φαλαινοθηρικού που είχαν απομείνει. Έπειτα από αρκετές μέρες περιπλάνησης στον ωκεανό –κι αφού πλέον τα αποθέματα τροφής είχαν εξαντληθεί και το πλήρωμα έπινε τα ούρα του για να επιβιώσει– οι ταλαιπωρημένοι ναυτικοί βρήκαν καταφύγιο στη νήσο Henderson όπου μέσα σε ελάχιστες βδομάδες κατάφεραν σχεδόν να αφανίσουν τα αποθέματα τροφής του μικρού νησιού (κυρίως καβούρια ή κρέας πουλιών και τα αυγά τους). Δεδομένου ότι μόνο τρεις άντρες αποφάσισαν να παραμείνουν στο νησί, οι υπόλοιποι, έχοντας μαζί τους νερό αλλά λιγοστή τροφή, αναχώρησαν με τις βάρκες ελπίζοντας να φτάσουν σύντομα στη Νήσο του Πάσχα. Γρήγορα, όμως, το πλήρωμα που βρισκόταν μοιρασμένο στις τρεις βάρκες χωρίστηκε λόγω μιας δυνατής θύελλας, κι έτσι οι ναυτικοί έχασαν ολοκληρωτικά την επαφή μεταξύ τους. Έχοντας πλέον αγγίξει την απόλυτη εξαθλίωση, γύρω στα μέσα του Γενάρη οι άντρες άρχισαν να πεθαίνουν ένας ένας από την εξάντληση και την πείνα. Κι ενώ σύμφωνα με την απαράβατη ναυτική παράδοση τα πρώτα θύματα ρίχτηκαν στη θάλασσα, γρήγορα οι εναπομείναντες ναυαγοί συνειδητοποίησαν ότι δεν τους απέμενε παρά να τραφούν με τις σάρκες των νεκρών συντρόφων τους. Μέσα σε μερικές βδομάδες ο κανιβαλισμός είχε γίνει γι’ αυτούς μια συνηθισμένη πρακτική τόσο στη βάρκα του Chase όσο και στου Pollard (η τρίτη βάρκα στην οποία επέβαιναν οι ναύτες Hendricks, Bond και West χάθηκε για πάντα).
Αποκορύφωμα της τραγωδίας αποτέλεσε η απόφαση του αποδεκατισμένου πληρώματος της βάρκας του Pollard να τραβηχτεί κλήρος ώστε ο χαμένος να προσφερθεί ως τροφή προκειμένου να επιβιώσουν οι υπόλοιποι. Άτυχος αποδείχτηκε ο νεαρός Owen Coffin ο οποίος αποδέχτηκε πρόθυμα τη μοίρα του – παρότι ο μεγαλύτερος σε ηλικία ξάδελφός του πλοίαρχος Pollard (ο οποίος είχε δεσμευθεί στην οικογένειά του να τον προστατεύει) ζήτησε αντ’ αυτού να σκοτώσουν και να φάνε τον ίδιο. Τελικά ένας ναύτης ονόματι Ramsdell πυροβόλησε και σκότωσε τον Coffin, οι σάρκες του οποίου χρησίμευσαν ως τροφή τόσο γι’ αυτόν όσο τελικά και για τον συντετριμμένο Pollard. Όταν τελικά στις 23 Φεβρουαρίου 1820 το φαλαινοθηρικό Dauphin εντόπισε τους δύο άντρες καταμεσής του ωκεανού έπειτα από την τρίμηνη περιπλάνησή τους στη θάλασσα, οι διασώστες τους έμειναν άναυδοι αντικρίζοντας «τους ναυαγούς με τις γενειάδες τους βουτηγμένες μες στο αίμα και την αλμύρα» να «ρουφούν το μεδούλι των ανθρώπινων οστών που βρίσκονταν σκορπισμένα στον πάτο της βάρκας τους…» Στη συνέχεια ανακαλύφθηκαν οι επιζώντες της βάρκας του Chase από ένα άλλο φαλαινοθηρικό, ενώ ακόμα τυχερότεροι στάθηκαν οι ναυαγοί της νήσου Henderson, οι οποίοι είχαν επιβιώσει και οι τρεις. Συνολικά, από τους 21 άντρες του πληρώματος, μόνο οι 8 επέζησαν (οι 6 «ετάφησαν» στη θάλασσα, ενώ οι άλλοι 7 έγιναν τροφή για τους συντρόφους τους). Η παραπάνω περιγραφή ανήκει στον Αμερικανό συγγραφέα και ερευνητή Nathaniel Philbrick –βαθύ γνώστη της ναυτικής ιστορίας– ο οποίος το 2000 εξέδωσε το μυθιστόρημα In the heart of the sea – The tragedy of the whaleship Essex (Viking Press, US – κυκλοφόρησε και σε μορφή audiobook), αντλώντας το υλικό του από τα ημερολόγια και τις μαρτυρίες των επιζώντων του ναυαγίου. Η γνωστότερη πηγή υπήρξε το χρονικό που εξέδωσε το 1821 ο Owen Chase λίγους μόλις μήνες μετά την επιστροφή του στο Ναντάκετ: πρόκειται για την εξιστόρηση 128 σελίδων με τίτλο Narrative of the most extraordinary and distressing shipwreck of the whaleship Essex η οποία λειτούργησε ως έμπνευση για να γράψει αργότερα ο Herman Melville το μυθιστόρημα Moby-Dick (1851), ακρoγωνιαίο λίθο της αμερικανικής λογοτεχνίας (με τη διαφορά ότι το βιβλίο του Melville τελειώνει με το ναυάγιο και τον θάνατο του καπετάνιου Ahab, ενώ αντίθετα η πραγματική τραγωδία των ναυαγών του Essex ξεκινάει από αυτό το σημείο). Ωστόσο, το μυθιστόρημα του Philbrick In the heart of the sea αντλεί πρωτίστως τις πηγές του από ένα χειρόγραφο που παρότι είχε γραφτεί το 1876, βρέθηκε μόλις τη δεκαετία του 1960 στη σοφίτα ενός σπιτιού στη Νέα Υόρκη. Ένας ειδικός εγγυήθηκε την αυθεντικότητα του χειρογράφου και αποφάνθηκε ότι ήταν το σημειωματάριο του Thomas Nickerson, καμαρότου του Essex. Εντούτοις, το ημερολόγιο του ναυτικού εκδόθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, το 1984, με τίτλο The Loss of the ship Essex sunk by a whale and the ordeal of the crew in open boats. Ως ένα βαθμό, η εξιστόρηση των γεγονότων από τον Nickerson ανέτρεπε σε αρκετά σημεία αυτήν του Chase που είχε προηγηθεί, ρίχνοντας βάρος στη διαφορετική απεικόνιση των χαρακτήρων και της στάσης των αντρών του πληρώματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο όρος “Nantucket sleighride” χρησιμοποιούνταν από τους φαλαινοθήρες του Ναντάκετ για να περιγραφεί η φρενήρης καταδίωξη - «διελκυστίνδα» που ακολουθούσε αφότου το πλήρωμα της βάρκας είχε καρφώσει με καμάκια τη ράχη της φάλαινας και αυτή άρχιζε να παρασέρνει μαζί της το σκάφος, κολυμπώντας με τρομακτική ταχύτητα μες στα κύματα. Στο δεύτερο άλμπουμ τους Nantucket Sleighride (1971) οι Βρετανοί blues rockers Mountain έχουν αφιερώσει το σχεδόν 6λεπτο ομώνυμο κομμάτι “Nantucket sleighride (to Owen Coffin)” στη μνήμη του πλέον άτυχου ναυτικού της τραγωδίας του Essex. Στο gatefold εσώφυλλο του δίσκου απεικονίζεται σε ασπρόμαυρο σκίτσο μια σκηνή καταδίωξης φάλαινας από φαλαινοθηρικό πλοίο (κάτω φωτό).

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Παρακάτω παρατίθενται επιλεγμένα αποσπάσματα από το πρώτο βιβλίο μου, τη μουσική βιογραφία "Patti Smith: Sketches of Pain – Εξόριστη στη λεωφόρο του Rock ‘n’ roll" (μεταφράσεις, επιλογή-επιμέλεια κειμένων: Γιώργος Τσελώνης, εκδόσεις Οξύ, 2008). Η μεγάλη Αμερικανίδα περφόρμερ και ποιήτρια μάς κλείνει με νόημα το μάτι, μιλώντας μας σε πρώτο πρόσωπο για τις εμπειρίες που σημάδεψαν τα παιδικά κι εφηβικά της χρόνια, διαμορφώνοντας το καλούπι της πολυδιάστατης καλλιτεχνικής της περσόνας. Η συνέχεια για τους απανταχού ενδιαφερόμενους μυημένους στο rock ‘n’ roll (και μη) πλέον επί χάρτου…

«Ο καλλιτέχνης είναι σαν την κάμπια: Κουλουριάζεται και συστρέφεται συνεχώς, μέχρι να μεταμορφωθεί σε πεταλούδα. Ο ίδιος κύκλος επαναλαμβάνεται συνεχώς. Για να μπορέσει να νιώσει τη μαγεία της αναγέννησης, από το κουκούλι πρέπει να επιστρέψει στο αρχικό αηδιαστικό στάδιο της κάμπιας.»
«Ακόμα και ως παιδί είχα συνεχώς την εντύπωση ότι κάποιος με τραβάει κρυφά με την κάμερα… Ήταν σαν κάποιος άγιος –κάπου στο διάστημα– να τραβάει πανοραμικά πλάνα ολόκληρης της γης, και ξαφνικά να κάνει ζουμ απάνω μου από ψηλά [...]. Ένιωθα λίγο άβολα με την εξωτερική μου εμφάνιση. Στην ουσία, με έβλεπα σαν ασχημόπαπο… Παρά όμως τις αδέξιες κινήσεις μου και το κοκαλιάρικο και αγύμναστο σώμα μου, έτρεχα γρηγορότερα απ’ όλους και είχα κότσια για τα πάντα. Ναι μεν ήμουν φιλάσθενη, αλλά παράλληλα –ως η μεγαλύτερη από τα αδέλφια μου– ένιωθα τεράστια ευθύνη απέναντί τους. Πάντως, το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα αποξενωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Είχα φτάσει στο σημείο να πιστεύω ότι ήμουν υιοθετημένη ή απλώς… εξωγήινη! Ωστόσο, αυτό που συνήθως μου έσωζε τη ζωή είναι ότι πάντα έβρισκα κάτι να με απορροφά, στο οποίο αφιέρωνα όλο μου τον χρόνο και την προσοχή.»
«Εκείνη την περίοδο ήμουν συνεχώς καυλωμένη, αλλά κανείς δεν μου είχε πει ότι τα κορίτσια καυλώνουν! Ήταν τραγικό, γιατί δεν ήξερα πώς να συμπεριφερθώ προκειμένου να εξωτερικεύσω όλα αυτά που ένιωθα. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος χτυπούσα εκνευρισμένη τα πόδια μου στο πάτωμα –κάτω από το θρανίο–, έχοντας πάντα αυτή την περίεργη αίσθηση ανάμεσα στα σκέλια μου, χωρίς φυσικά να ξέρω τι είναι… Ποτέ μέχρι τότε δεν είχα αγγίξει το κορμί μου. Ζούσα τα πάντα με τη φαντασία μου. Και ήμουν τόσο καυλωμένη στο σχολείο που το σώμα μου έμοιαζε με αγωγό ηλεκτρικού ρεύματος. Σου λέω, ήταν σαν να είχα κόκαλα από νέον! Τα σχόλια και οι παρατηρήσεις των καθηγητών στην καρτέλα επιδόσεών μου έλεγαν πάντα ότι “η Patti Lee είναι υπερβολικά αφηρημένη και ονειροπολεί συνεχώς”. Έτσι, μην ξέροντας τι ήταν αυτό που μου συνέβαινε, επέστρεφα κάθε μέρα σπίτι από το σχολείο για ν’ αυνανιστώ, αφήνοντας το σώμα μου να χαλαρώσει και τις σκέψεις να ξεχυθούν ανακουφιστικά από το μυαλό μου.»
«Ο κόσμος της φαντασίας που αποκαλύπτεται στον άνθρωπο μέσω της θρησκευτικής εμπειρίας είναι κάτι το καταπληκτικό… Αυτό που δεν μπορώ ν’ ανεχτώ σε καμία περίπτωση είναι το δόγμα. Αυτό που κάνει τη μουσική –και γενικότερα την τέχνη– συγκλονιστική είναι ότι τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σ’ εμποδίσει να ασχοληθείς με αυτήν. Με αυτό τον τρόπο σου προσφέρονται άπειρες δυνατότητες. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι τέχνες σαν τη μουσική αποτελούν το κατάλληλο κλειδί για να μπορέσει κανείς να κατανοήσει και να προσεγγίσει το φαινόμενο της θρησκείας. Οι άνθρωποι ζητούν απεγνωσμένα να πιστέψουν σε κάτι. Επειδή όμως το θρησκευτικό κατεστημένο κάθε φορά τους φορτώνει με ένα σωρό κανονισμούς και τους πνίγει με περιορισμούς και απαγορεύσεις, το όλο εγχείρημα καταλήγει τελικά να τους αποθαρρύνει […]. Ο Θεός δεν μπορεί να καταλάβει τον πόνο μας. Χρειαζόμαστε έναν νέο άγιο… Και η αλήθεια είναι ότι ένα γαμημένο ροκ κομμάτι μπορεί να με ανυψώσει πολύ περισσότερο από την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη ή από οποιοδήποτε ευαγγέλιο. Δημιουργήσαμε το rock ‘n’ roll καθ’ εικόνα και ομοίωσή μας! Είναι το παιδί μας!»
«Δεν θεωρώ ότι το να γράφει κανείς είναι μια διαδικασία που απαιτεί αυτοσυγκέντρωση και απομόνωση. Πιστεύω ότι είναι μια άκρως φυσιολογική δραστηριότητα. Όταν είμαι στο σπίτι και κάθομαι να γράψω στη γραφομηχανή, τρελαίνομαι τελείως… Στριφογυρίζω στη θέση μου σαν μαϊμού! Η απόλαυση που μου προσφέρει το γράψιμο αρκεί από μόνη της για να με κάνει να χύσω και να μουσκέψω τα εσώρουχά μου… Αντί να σουτάρω πρέζα, το ρίχνω στη μαλακία. Αυνανίζομαι δεκατέσσερις φορές σερί… Στο τέλος αρχίζω και βλέπω διαστημόπλοια να προσγειώνονται στα οροπέδια των Αζτέκων – τέτοια πράγματα… Βλέπω μυστήριες εικόνες. Βλέπω ναούς, υπόγειους ναούς, με αλλεπάλληλες πόρτες ν’ ανοίγουν η μία μετά την άλλη, κι από μέσα να ξεπροβάλλει ο Φαραώ, φασκιωμένος με σχοινιά από χρυσό! Κάπως έτσι γράφω και τα περισσότερα ποιήματά μου […] Ο απώτερος σκοπός του καλλιτέχνη είναι η επικοινωνία με το θείο, όπου κι αν βρίσκεται αυτό. Πρόκειται για έναν τρόπο συμπαντικής επικοινωνίας. Προσωπικά, πάντα εκμαίευα τις εικόνες του υποσυνειδήτου μου μέσω του αυτοσχεδιασμού που προσφέρει η ποίηση και γενικότερα η γλώσσα… Τώρα πια έχω αντικαταστήσει την ίδια τη γλώσσα με ήχους. Ο ήχος αποδεικνύεται αυθεντικότερος όσον αφορά την πραγματική επικοινωνία, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε συμπαντικό επίπεδο. Ο ρυθμός κορυφώνεται συνεχώς ακολουθώντας κυκλική πορεία! Η μουσική μας επί σκηνής θυμίζει γυναικείο οργασμό!»
«[…] Στη αλυσίδα παραγωγής όπου εργαζόμουν δεν υπήρχε σωματείο, ενώ οι μισθοί ήταν πραγματικά χαμηλοί. Οι συνθήκες εργασίας ήταν άθλιες και –όπως τουλάχιστον το έβλεπα εγώ– αυτός ο τρόπος ζωής ήταν αξιοθρήνητος. Οι περισσότεροι όμως από τους ανθρώπους που εργάζονταν εκεί, βρίσκονταν σ’ εκείνο το μέρος όλη τους τη ζωή. Παρόλο που δούλεψα εκεί μόνο δύο καλοκαίρια, μου ήταν αρκετό να καταλάβω αυτό που οι υπόλοιποι δεν είχαν συνειδητοποιήσει σε ολόκληρη τη ζωή τους. Ήταν ένα κάτεργο, με όλη τη σημασία της λέξης. Εκείνη την περίοδο, όμως, δεν είχα εναλλακτική λύση: οι γονείς μου δεν είχαν χρήματα και η κοινότητα όπου ζούσαμε ήταν δυστυχώς πολιτιστικά και βιοτικά υποβαθμισμένη. Έβλεπα τους ανθρώπους να είναι ευχαριστημένοι –σχεδόν ευγνώμονες– για την άθλια αυτή δουλειά που τους είχαν προσφέρει, ενώ την ίδια στιγμή ζούσαν υπό τις χειρότερες συνθήκες. Όλα αυτά με ωθούσαν να εξεγερθώ…»

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Έχοντας βυθιστεί επανειλημμένως στις σελίδες του μυθιστορήματος "Για μια χούφτα βινύλια" της Χίλντας Παπαδημητρίου και νιώθοντας πρωτόγνωρη οικειότητα με τους αριστοτεχνικά σμιλεμένους χαρακτήρες που πλάθει η συγγραφέας, ο Γιώργος Τσελώνης καταγράφει τις εντυπώσεις του από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που δεν μοιάζει με τα άλλα... Παράλληλα, διαπιστώνοντας ότι τα βινύλια 33 στροφών, τα 45άρια σινγκλάκια και οι ατέλειωτες λίστες mp3 δεν είναι παρά η αφορμή για να συνειδητοποιήσουμε τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια την ανθρώπινη ψυχολογία -επιτρέποντάς μας να γνωρίσουμε καλύτερα τους ήρωες του βιβλίου-, ο γράφων προσθέτει μερικά αγαπημένα του τραγούδια στο ήδη εκλεκτικό soundtrack του μυθιστορήματος.


Αν υπάρχει μια σκέψη η οποία ξεπηδάει αυθόρμητα απ’ το μυαλό του αναγνώστη αφότου έχει διαβάσει το βιβλίο της Χίλντας Παπαδημητρίου Για μια χούφτα βινύλια, είναι το πόσο γλυκό και όμορφο είναι να βλέπουμε κάπου κάπου τον εαυτό μας ως μυθιστορηματικό ήρωα. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μια διαδικασία που απλώς μας τονώνει: Η ταύτισή μας με κάποια φανταστική φυσιογνωμία μπορεί ενίοτε ν’ αποδειχθεί λυτρωτική κι άκρως εξαγνιστική ως εμπειρία. Πόσο μάλλον αν σκεφτεί κανείς ότι οι ήρωες του βιβλίου θυμίζουν σε μεγάλο βαθμό καρτούν ή χαρακτήρες των κόμικς: ακόμη και αυτοί που κάποια στιγμή πεθαίνουν κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος, ουσιαστικά κατά κάποιον τρόπο εξακολουθούν να ζουν ανάμεσά μας επειδή προηγουμένως μάς έχουν αφήσει να εισχωρήσουμε ολοκληρωτικά στην καρδιά και τη σκέψη τους... Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, οι πρωταγωνιστές του βιβλίου μάς συστήνονται μέσα από αποκαλυπτικούς διαλόγους, ενδόμυχες σκέψεις και ενδοσκοπικούς μονολόγους. Η πεμπτουσία του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω από τη δύναμη της θέλησης, την τεράστια σημασία των πράξεών μας και –μοιραία– τις αντίστοιχες επιπτώσεις τις οποίες καλούμαστε ν’ αντιμετωπίσουμε. Σε ακόμη βαθύτερο επίπεδο, η συγγραφέας –στηριζόμενη στο δίπολο πομπού-δέκτη που διέπει όλες ανεξαιρέτως τις ανθρώπινες σχέσεις– εστιάζει στη θετική ή αρνητική ενέργεια που εμπεριέχεται στα πάντα, και κάποια στιγμή επιστρέφει πάντοτε εκεί απ’ όπου απορρέει. Κάπως έτσι, οι ήπιοι χαρακτήρες με γλυκιά συμπεριφορά, καλοπροαίρετη διάθεση και θετική ενέργεια ανταμείβονται δίκαια, ενώ οι ανισόρροποι και αντιπαθητικοί χαρακτήρες εισπράττουν την ανάλογη αρνητική ενέργεια που τους αρμόζει... Όπως ακριβώς στην καθημερινή μας ζωή έτσι και στις σελίδες του βιβλίου, δίπλα στους προσφιλείς και αξιαγάπητους χαρακτήρες συναντάμε αγενείς, κομπλεξικούς κι αντικοινωνικούς ανθρώπους, απρόθυμους να σε εξυπηρετήσουν ή έτοιμους να σου επιβληθούν από θέση ισχύος: ειρωνικές μαμάδες με καυστικό χιούμορ, ψυχρές κι αναίσθητες πρώην ερωμένες, ανταγωνιστικούς συναδέλφους που σου ροκανίζουν την καρέκλα κάτω απ’ τη μύτη, άξεστους παρκαδόρους και γκαρσόνες, αγενείς προϊσταμένες σε νοσοκομεία… Ξεκινώντας κανείς να διαβάζει το μυθιστόρημα της Χίλντας Παπαδημητρίου, έχει την εντύπωση ότι από τις πρώτες κιόλας σελίδες ηχούν στα αυτιά του οι νότες του “Eleanor Rigby”. Ίσως γιατί, παρά τις σημαντικές διαφορές τους, οι ήρωες και οι ηρωίδες του μυθιστορήματος είναι όλες και όλοι τους τύποι μοναχικοί: Πολλοί απ’ αυτούς έχουν έντονες εμμονές, ιδιορρυθμίες και «κολλήματα», λειτουργώντας συχνά ψυχαναγκαστικά. Κάποιοι πάσχουν από κατάθλιψη και βίαια ξεσπάσματα ή συμπεριφέρονται κυκλοθυμικά ψάχνοντας για μια γωνιά όπου θα μπορέσουν να κάτσουν για λίγο μόνοι τους, μακριά από ανεπιθύμητους κι ενοχλητικούς… Το μόνο που επιθυμούν είναι να πάρουν λίγο αέρα καθαρίζοντας το μυαλό τους, κι αφού έχουν επιστρέψει σε μια κατάσταση διαύγειας να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους. Βλέποντας τα προηγούμενα κεφάλαια της ζωής να καταρρέουν μπροστά τους οριστικά, πλέον λαχταρούν να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα, ξεκολλώντας απ’ το παρελθόν κι επινοώντας νέους τρόπους διαφυγής από το προσωπικό υπαρξιακό τους αδιέξοδο. Παράλληλα, μαζί με τους χαρακτήρες του βιβλίου βιώνουμε κι εμείς την πολυπόθητη αίσθηση ελευθερίας που βιώνει κανείς όταν επιτέλους αποδρά από μια ασφυκτική κατάσταση που τον έπνιγε για καιρό… Πρόκειται για ανθρώπους που αναζητούν εναγωνίως από κάπου να πιαστούν: Χωρισμένα ζευγάρια που επιχειρούν να μαζέψουν τα κομμάτια τους, κάνοντας ο καθένας μια νέα αρχή. Έναν ιδιοκτήτη μικρού δισκοπωλείου οι οποίος παρότι λόγω της σαρωτικής πτώσης της αγοράς πιέζεται να βάλει λουκέτο στο μαγαζί και ν’ ανακαλύψει άλλα μέσα βιοπορισμού, εντούτοις αντιστέκεται σθεναρά ενάντια στο πνεύμα των καιρών. Μια γυναίκα που εγκαταλείπει την Αθήνα για να εγκατασταθεί στην επαρχία και ν’ αφοσιωθεί στην αγροτική ζωή, αλλά γρήγορα έρχεται αντιμέτωπη με μεγάλες δυσκολίες και διλήμματα που αφορούν την επιβίωσή της, αφού διαπιστώνει ότι η ζωή δεν είναι ούτε εκεί στρωμένη με ροδοπέταλα… Γνωρίζοντας σταδιακά κάθε πτυχή της προσωπικότητάς των ηρώων του βιβλίου, ο αναγνώστης ενδεχομένως θα ταυτιστεί με όλους ανεξαιρέτως – και όχι αποκλειστικά με έναν! Είναι αλήθεια ότι αρκετοί απ’ τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος –όπως και κάποιοι από τους δεύτερους χαρακτήρες που τους περιστοιχίζουν– είναι με τον δικό τους τρόπο «διαφορετικοί» από τη μάζα. Η ροκ κουλτούρα έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια πάνω τους, κάνοντάς τους να διατηρούν ακόμη μεταξύ τους ορισμένους «άγραφους» ή άτυπους κώδικες συμπεριφοράς: Ως αδελφές ψυχές μοιράζονται όμορφες αναμνήσεις από το κοινό παρελθόν που τους ενώνει, σιχαίνονται τους μπάτσους, την έλλειψη κοινωνικής συνείδησης κι αλληλεγγύης, όπως και τις πολλές κι αδιάκριτες ερωτήσεις… Πρόκειται για «κουρέλια» –όπως θα τους αποκαλούσε και ο Νίκος Νικολαΐδης– τα οποία ζουν τη δική τους προσωπική «εποχή στην κόλαση». Ο Φώντας π.χ. –μία απ’ τις φιγούρες-κλειδιά του μυθιστορήματος– παρότι μοιάζει εκ πρώτης όψεως αγενής και αντικοινωνικός, εντούτοις διαθέτει έναν εξαίσιο κυνισμό και άφθονο σαρκασμό απέναντι σε όλους και σε όλα – μα κυρίως απέναντι στον εαυτό του! Στην πραγματικότητα είναι ο απόλυτος κουλ χαρακτήρας του μυθιστορήματος, θυμίζοντας αρκετά στον γράφοντα τον Lou Reed. Πρωτίστως, όμως, είναι ντόμπρος και ευθύς ως χαρακτήρας, αναλαμβάνοντας πάντα την ευθύνη των πράξεών του. Αντίστοιχα η Σόνια –η πρώην σύντροφος του Φώντα– παρότι κερδίζει αρχικά τις εντυπώσεις ως η απόλυτη femme fatale, εντούτοις μπορεί να γίνει απίστευτα αντιπαθητική: Εκκεντρική κι εμφανώς εγωκεντρική, έχοντας μονίμως στην αγκαλιά τον γάτο της, συνειδητά σνομπ με τους αδιάφορους τύπους που την περιτριγυρίζουν, η Σόνια παραμένει ωστόσο επικίνδυνα όμορφη, μυστηριώδης και γοητευτική, εκλεκτική στο γούστο της, ντυμένη σαν φανταστική ηρωίδα μυθιστορήματος εποχής… Ούτε λίγο ούτε πολύ, το τραγούδι που θα περιέγραφε με τον καλύτερο τρόπο τη θυελλώδη κι επεισοδιακή σχέση του Φώντα και της Σόνιας είναι το “Most likely you go your way and I’ll go mine” του Bob Dylan… Ενδεχομένως, ο αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι και οι δυο τους του είναι ιδιαίτερα γνώριμοι ως χαρακτήρες. Εξάλλου, όπως και οι περισσότεροι ήρωες του μυθιστορήματος, ο Φώντας και η Σόνια θα μπορούσαν να είναι οι μοναχικοί κολλητοί μας από τη γειτονική πολυκατοικία ή το παράξενο ζευγάρι που γνωρίσαμε πέρυσι στις διακοπές... Μέσα από τη ματιά της Χίλντας Παπαδημητρίου γνωρίζουμε ανθρώπους οι οποίοι παρότι είναι αντίθετοι χαρακτήρες με διαφορετικές συνήθειες, εντούτοις έλκονται και αλληλοσυμπληρώνονται με αρμονικό τρόπο. Περίτρανη απόδειξη αποτελεί η καταλυτική γνωριμία του Μιχάλη (ενός πρώην φρικιού) με τη γλυκιά κι αξιολάτρευτη Μαρίτα (μια αστυνομικίνα), η οποία από πολλές απόψεις ενσαρκώνει την ιδανική γυναίκα για τους περισσότερους άντρες. Σε γενικές γραμμές, ένας παρατηρητικός αναγνώστης θα προσέξει ότι το στοιχείο των αντιθέσεων είναι αυτό που διαποτίζει το βιβλίο από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα: Δεν π.χ., σε καμία περίπτωση τυχαίο το γεγονός ότι η συγγραφέας παρουσιάζει άντρες εργένηδες που ζούνε σε αχούρια χωρίς να σέβονται τον προσωπικό τους χώρο, ενώ την ίδια στιγμή μάς συστήνει γοητευτικές κοπέλες γεμάτες φρεσκάδα οι οποίες ξέρουν να μεταμορφώνουν έναν παραμελημένο χώρο στο άψε σβήσε, δημιουργώντας ατμόσφαιρα και ταυτοχρόνως κάνοντας μια κατοικία βιώσιμη… Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι καθένας χαρακτήρας του βιβλίου μεμονωμένα αποτελεί και μια ξεχωριστή ψηφίδα η οποία με τη σειρά της προστίθεται σ’ ένα μεγαλύτερο παζλ, συνθέτοντας τελικά την προσωπικότητα ενός καθημερινού ανθρώπου γεμάτου αντιφάσεις με τον οποίο ωστόσο είμαστε όλοι εξοικειωμένοι, ακριβώς επειδή μας θυμίζει τον ίδιο μας τον εαυτό! Εν κατακλείδι, η συγγραφέας πλάθει με την πένα της απλούς καθημερινούς χαρακτήρες που περιμένουν κάποιο χέρι να ξεπροβάλει μέσα απ’ το σκοτάδι και να τους λυτρώσει από τη μοναξιά τους: άντρες που ψάχνουν απλώς μια κοπέλα να τους νοιάζεται, να τους φροντίζει και να τους περιποιείται. γυναίκες που αποζητούν έναν σύντροφο για να νιώσουν ασφαλείς, μια στιβαρή αγκαλιά γεμάτη στοργή. Παρ’ όλα αυτά, οι κουτοπόνηροι και κομπλεξικοί συνάδελφοι στη δουλειά βλέπουν τους ήρωες του βιβλίου μάλλον καχύποπτα και με μισό μάτι… Οι περίεργοι γείτονες από το διπλανό σπίτι ή το απέναντι μαγαζί πλάθουν σενάρια για την αθέατη πλευρά της ζωής τους, θεωρώντας τους ιδιόρρυθμους, μυστηριώδεις, σνομπ κι αντικοινωνικούς. Ακόμη και οι κοντινοί τους τούς θεωρούν ανεύθυνους, επιπόλαιους κι ανίκανους να συντηρήσουν τους εαυτούς τους, κατηγορώντας τους ότι τους κάνουν τη ζωή δύσκολη... “I plan to drink myself to death” είχε δηλώσει κάποτε ο Jack Kerouac, και δυστυχώς κάποιοι απ’ τους χαρακτήρες του βιβλίου καταπονούν τον εαυτό τους ψυχοσωματικά σε μόνιμη βάση: Όντας τρομερά ακατάστατοι με τον προσωπικό τους χώρο, ζούνε καθημερινά σ’ ένα αχούρι, νιώθοντας πλήρως παραιτημένοι από τη ζωή. Έχοντας μετατρέψει το σπίτι τους σε έναν σκουπιδότοπο –σε μια “Junkyard” σύμφωνα με τον Nick Cave & τους Birthday Party– ζούνε ερμητικά απομονωμένοι, σαν βασιλιάδες σε κατ’ οίκον οικειοθελή περιορισμό, σε σκοτεινά δωμάτια που μυρίζουν κλεισούρα, φρακαρισμένα μονίμως από στοιβαγμένα αντικείμενα. Διατρέφονται με junk food και με έτοιμα γεύματα της στιγμής ή –ακόμη συχνότερα– παραμελούν τις βασικές τους ανάγκες σε τέτοιο βαθμό ώστε υποσιτίζονται ή ξεχνούν εντελώς να φάνε! Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι κάποιοι απ’ αυτούς κινδυνεύουν –μεταξύ άλλων– από έλκος στομάχου… Πράγματι, ορισμένοι από τους ήρωες των «Βινυλίων» καπνίζουν, πίνουν, ξενυχτούν ακατάπαυστα, έχοντας μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια κι ένα στομάχι διάτρητο από την καφεΐνη. Κάποιοι άλλοι είναι εθισμένοι σε σπρέι, σιρόπια, παυσίπονα, αντικαταθλιπτικά χάπια κι άλλα ψυχοφάρμακα προκειμένου ν’ αντιμετωπίζουν κρίσεις πανικού, κλειστοφοβικές τάσεις ή απλώς κρίσεις αλλεργικού άσθματος και ημικρανίες. Και παρότι προσπαθούν να επινοήσουν τρόπους και τεχνικές χαλάρωσης για να τους παίρνει ο ύπνος, ωστόσο νιώθουν τα πόδια τους να βουλιάζουν μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερο, στην κινούμενη άμμο… Σ’ αυτή την περίπτωση, το ιδανικό soundtrack του βιβλίου είναι το “Mother’s little helper” των Stones. Πράγματι, σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος, ο πρωταγωνιστής Χάρης Νικολόπουλος διαπιστώνει: «Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση ότι όλοι οι πελάτες του Φώντα ζουν μέσα στην αθλιότητα». Κι αμέσως μετά, αναλογιζόμενος το γεγονός ότι παρότι πλησιάζει τα σαράντα, εντούτοις μένει βαλτωμένος στα ίδια και τα ίδια, μη βρίσκοντας το θάρρος να προχωρήσει σε αλλαγές στη ζωή του, ο Χάρης –ένας συνεσταλμένος χαρακτήρας, υπερβολικά ντροπαλός με τα κορίτσια– μονολογεί τα εξής: «…Κοντεύω τα σαράντα και ζω ακόμη με τη μάνα μου. Είμαι συνέχεια μες στα πόδια της, κι εκείνη μες στα δικά μου (…). Πότε θα πάρω τη μεγάλη απόφαση να σηκωθώ να φύγω αποδώ μέσα; Κάποτε πίστευα ότι ήταν θέμα χρόνου να βρω μια κοπέλα, να παντρευτώ και να φτιάξω τη ζωή μου, όπως λέει και η μάνα μου. Τώρα φοβάμαι ότι δεν θα συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Ωστόσο, πρέπει να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου, να ζήσω μόνος μου πριν είναι πολύ αργά (…)». Ωστόσο, δεν είναι όλοι οι ήρωες του βιβλίου σκοτεινοί χαρακτήρες, αφού κάποιοι παραμένουν πεισματικά φωτεινοί και αισιόδοξοι, λειτουργώντας καταλυτικά ως το απαραίτητο αντίβαρο για τη τελική έκβαση της ιστορίας. Όσοι απ’ αυτούς δεν έχουν εγκλωβιστεί στις παραπάνω αυτοκαταστροφικές συνήθειες, αντιλαμβάνονται τη ζωτική ανάγκη να σέβονται τον προσωπικό τους χώρο, μεταμορφώνοντάς τον σ’ ένα φωτεινό καταφύγιο. Κάποιοι άλλοι, νιώθοντας την ανάγκη να καλύψουν την υπαρξιακή τους αγωνία, καταφεύγουν στο φενγκ σούι και σε κάρτες ταρό, σε γιατροσόφια, μαντζούνια, βότανα, εναλλακτικές θεραπείες, ανατολικές θρησκείες, ρέικι και διαλογισμό. Άλλοι –όπως η όμορφη Μαρίτα– αφιερώνονται στη μαγειρική ετοιμάζοντας νοστιμότατα γεύματα για τους φίλους τους, είναι περιποιητικοί και προσφέρουν απλόχερα τη φιλοξενία τους σε οποιονδήποτε τη χρειαστεί. Φυσικά υπάρχουν κι εκείνοι που βρίσκουν αποκούμπι στη συντροφιά ενός χαδιάρικου κατοικίδιου ή ξεχνιούνται προσωρινά με την ψυχαναγκαστική αρίθμηση και ταξινόμηση αγαπημένων τους αντικειμένων (μεταξύ άλλων, συνήθως βινυλίων). Ακόμη περισσότερο, παρακολουθώντας την Τατιάνα –μια απ’ τις πρωταγωνιστικές φιγούρες-κλειδιά του μυθιστορήματος– να ονειροπολεί ακούγοντας μουσική προκειμένου να ξεφύγει έστω και για λίγο από τον ασφυκτικό κλοιό της καθημερινότητας και από τον ίδιο της τον εαυτό (το “I can’t escape myself” των Sound θα μπορούσε κάλλιστα να προστεθεί στο soundtrack του βιβλίου), συνειδητοποιούμε ότι οι συνήθειες των πρωταγωνιστών του βιβλίου μοιάζουν πολύ με τις δικές μας… Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος γίνεται κατανοητό ότι όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες ψάχνουν να βρουν απαντήσεις στα ερωτήματα που τους βασανίζουν. σκάβουν βαθιά μες στον εαυτό τους σε μια απόπειρα ενδοσκόπησης προκειμένου ν’ ανακαλύψουν ποιοι πραγματικά είναι. Ως αποτέλεσμα, κάποιοι απ’ αυτούς, όντας ευμετάβλητοι ως χαρακτήρες, καταλήγουν από το ένα άκρο στα άλλο. Ανοίγοντας καταχωνιασμένα κουτιά με παλιές φωτογραφίες, ημερολόγια και άλλα αναμνηστικά, οι ήρωες του βιβλίου έρχονται αντιμέτωποι με τα αναπόφευκτα σημάδια που αφήνει ο χρόνος στην όψη τους. Κάνοντας απολογισμό του παρελθόντος, παρατηρούν τους εαυτούς τους στον καθρέφτη ολότελα χαμένοι στις σκέψεις τους… Θυμίζουν έτσι τον θρυλικό φανταστικό ήρωα Rip Van Winkle του συγγραφέα Washington Irving: εκείνο τον μοναχικό τύπο ο οποίος ανεβαίνοντας κάποτε το βουνό, έπεσε στην παγίδα των ξωτικών που τον μέθυσαν μ’ ένα παράξενο ποτό, βυθίζοντάς τον στον ύπνο για δυο ολόκληρες δεκαετίες… “I’m going through changes” τραγουδούσε κάποτε ο Ozzy Osbourne με τους Black Sabbath, και φαίνεται ότι αυτό είναι ένα ακόμη τραγούδι που θα μπορούσε να προστεθεί στο soundtrack του μυθιστορήματος. Το ίδιο ισχύει και για τον Dylan ο οποίος στο “It’s all over now baby blue” μάς συνιστούσε: “Leave your stepping stones behind, something calls for you/Forget the dead you ‘ve left/They will not follow you”. Επιπλέον, ο αναγνώστης των «Βινυλίων» θα παρατηρήσει ότι κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος πολλά πράγματα αναβάλλονται ή ματαιώνονται οριστικά, ενώ ταυτοχρόνως στη θέση τους ανακύπτουν άλλα, αναπάντεχα γεγονότα που σημαδεύουν ανεξίτηλα τις ζωές των πρωταγωνιστών: Στην πραγματικότητα, πρόκειται για όλα αυτά που καθημερινά εκλαμβάνουμε ως συμπτώσεις, χωρίς να είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε τη βαθύτερη σημασία τους… Έχοντας βιώσει στο παρελθόν αξέχαστες εμπειρίες με τις παλιοπαρέες τους, ως μέλη μιας άλλης «γλυκιάς συμμορίας», οι πρωταγωνιστές του βιβλίου πίστευαν ότι έχουν συντρίψει οριστικά την αποξένωση που παραφυλά τις ανθρώπινες σχέσεις. Ωστόσο, οι φίλοι μας μπορούν πλέον να διακρίνουν πολύ καλά τη φθορά που τους πλησιάζει απειλητικά... Και παρότι διαθέτουν τη διαύγεια να τη διακρίνουν, ορισμένοι απ’ αυτούς παραμένουν εν γνώσει τους μουδιασμένοι, ανήμποροι να κινηθούν: όπως ακριβώς περιμένει ένα υποψήφιο θύμα τον δολοφόνο του την ύστατη στιγμή, όντας παραλυμένο απ’ τον φόβο κι ανίκανο ν΄ αντιδράσει... Κάποιοι θα συμφωνήσουν ότι η γνωστή μπαλάντα “My my, hey hey (out of the blue)” του Neil Young & the Crazy Horse –ένα τραγούδι που μιλάει ξεκάθαρα για την επερχόμενη φθορά και την απομόνωση– και οι «Προσωπικές οπτασίες» του Χάρη & του Πάνου Κατσιμίχα («Ζούμε τις μικρές μας ιστορίες στο κέντρο και τις συνοικίες / Όνειρα μεθυσμένα, σχέδια ματαιωμένα, τηλέφωνα απεγνωσμένα») θα μπορούσαν κάλλιστα να προστεθούν στο soundtrack των «Βινυλίων». Πράγματι, διόλου τυχαία, οι αναφορές σε φίλους που συχνά εξαφανίζονται όταν τους χρειάζεσαι, και δεν μπορείς να τους βρεις, όπως και το τηλέφωνο που χτυπάει αλλά δεν το σηκώνει κανείς (είτε γιατί δεν το προλαβαίνει είτε γιατί αδιαφορεί και δεν έχει όρεξη ν’ απαντήσει) αποτελούν επαναλαμβανόμενα μοτίβα καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος… Υπάρχουν φυσικά κι αυτοί που προσπαθούν αγωνιωδώς να παραμείνουν νέοι: Η κυρία Σοφία π.χ., η 60άρα νοικοκυρά και μητέρα του πρωταγωνιστή Χάρη Νικολόπουλου, προσέχει τη διατροφή και την επιδερμίδα της, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό τον λόγο τις καλύτερες κρέμες αντιγήρανσης. Επίσης η Τατιάνα, παρότι νεότατη, σε μια στιγμή ανασφάλειας και συναισθηματικής αστάθειας βυθίζεται ενδόμυχα σε αρνητικές σκέψεις: «(…) Πόσο μετάνιωνε πια για εκείνα τα ασπρόμαυρα χρόνια. Αν γινόταν να γυρίσει τον χρόνο πίσω, θα τα έκανε όλα εντελώς διαφορετικά. Σπουδαία σκέψη, χλεύασε τον εαυτό της. Αυτό λένε όλοι οι άνθρωποι, ή μάλλον όλοι οι γέροι, όταν αναλογίζονται το παρελθόν τους και τα λάθη τους». Αντιθέτως, ο Μιχάλης ο «Ατσαλένιος» –ένας αμετανόητος 40άρης ροκάς– ουδέποτε έχει νοιαστεί για τον χρόνο που περνάει, παραμένοντας πεισματικά «φλου», νέος στην ψυχή, γεμάτος κέφι και ενέργεια. Κατά κάποιον τρόπο ο Μιχάλης είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. αυτός που θυμίζει στον κολλητό του τον Φώντα –αλλά και σε μας– τις παλιές παρέες των αχώριστων φίλων, τις διάφορες «φυλές» της ροκ αντικουλτούρας οι οποίες τριγύριζαν στα προάστια της Αθήνας: παρέες που ζούσαν και ανέπνεαν για τη συντροφικότητα και τη μουσική. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι κάποιο σημείο του βιβλίου όπου ο Μανόλης –ένας συμπαθής αλλά μάλλον αδιάφορος γείτονας του Φώντα– κάνει σκέψεις για τον κολλητό του τελευταίου, τον Μιχάλη: «Τελικά δεν είναι και τόσο κακός ο τύπος. Άλλοι άνθρωποι αυτοί οι παλιοί ροκάδες. Έχουν μπέσα…». Ας επιστρέψουμε όμως στο κεντρικό μήνυμα που ξεπηδά μέσα από κάθε κεφάλαιο του μυθιστορήματος: αυτό της θετικής ή της αρνητικής ενέργειας που απορρέει από τις πράξεις μας, αλληλεπιδρώντας με την αύρα των ανθρώπων που μας περιστοιχίζουν. Εδώ –χωρίς να μπαίνουμε στα χωράφια της μεταφυσικής– έχουμε να κάνουμε με το θετικό ή αρνητικό «φορτίο» της ψυχής του καθένα μας. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της –το οποίο καταφέρνει να προβληματίσει σε βάθος τον αναγνώστη χωρίς να γίνεται διδακτικό– η Χίλντα Παπαδημητρίου δράττεται της ευκαιρίας να μας θέσει συγκλονιστικά ερωτήματα τα οποία απασχολούν εδώ και δεκαετίες τους επιφανέστερους κοινωνιολόγους, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και άλλους ερευνητές: Τι γίνεται όταν το οικογενειακό περιβάλλον –ο ένας ή και οι δύο γονείς– αποθαρρύνουν το παιδί απ’ το ν’ αφοσιωθεί σε αυτό που αγαπά; Τι συμβαίνει όταν δεν του επιτρέπουν να είναι ο εαυτός του, κάνοντάς το κομπλεξικό, ή όταν αργότερα δεν συμμερίζονται τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, όταν αυτό έχει μπει στην εφηβεία; Υπό το φως αυτής της διαπίστωσης δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά συχνά –καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος– η συγγραφέας κάνει ζουμ στα παιδικά χρόνια του βασικού πρωταγωνιστή Χάρη Νικολόπουλου, εστιάζοντας στα πράγματα που ο σχεδόν 40άρης, πλέον, φίλος μας αγάπησε παράφορα ως πιτσιρικάς ή ως έφηβος. Μάλιστα, όπως είναι φυσικό, συναντάμε αναφορές στο παιδικό του δωμάτιο στο οποίο έβρισκε πάντα καταφύγιο, όποτε αισθανόταν μόνος... Πράγματι, η ανάγκη απαγκίστρωσης από το οικογενειακό περιβάλλον είναι ένα θέμα που θίγεται πολύ συχνά με αφορμή τη ζωή του Χάρη. Παράλληλα, η συγγραφέας επικεντρώνεται στην τεράστια σημασία της ελεύθερης βούλησης. στο να μπορεί δηλαδή κάποιος να κάνει αυτό που πραγματικά θέλει, να εστιάζει ανεμπόδιστος την προσοχή του σ’ αυτό που αγαπά χωρίς ν’ ακούει τους άλλους οι οποίοι συχνά τον αποθαρρύνουν, αποσπώντας τον απ’ τον αρχικό του στόχο... Πράγματι, ο βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου πιστεύει κατά βάθος στις δυνάμεις του, γνωρίζοντας ενδόμυχα ότι η υπομονή κι η επιμονή ανταμείβονται. Εντούτοις, πρώτα απ’ όλα οφείλει ν’ αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο τις αρνητικές πλευρές του ίδιου του του εαυτού, όπως π.χ., την ηττοπάθεια και την αναβλητικότητα. Γενικότερα, κάποιοι πρωταγωνιστές του βιβλίου παρατούν στη μέση οτιδήποτε ξεκινούν ή –ακόμη χειρότερα– έχουν την αίσθηση ότι είναι οι άνθρωποι που δεν τους συμβαίνει ποτέ τίποτα ενδιαφέρον ή συνταρακτικό, ως αποτέλεσμα των ανεξίτηλων πληγών που φέρουν μονίμως (κυρίως ενθυμήματα δυσάρεστων προσωπικών εμπειριών): Εν κατακλείδι, η Παπαδημητρίου μάς υπενθυμίζει πόσο εύκολα η αρνητική ενέργεια, τα υποτιμητικά σχόλια, η καυστικότητα και η ειρωνεία μπορούν ν’ αφήσουν ως κατάλοιπα στις ψυχές όλων μας –μικρών και μεγάλων– συσσωρευμένα απωθημένα και καταπιεσμένο θυμό ως μια φυσιολογική και αναμενόμενη αντίδραση απέναντι στην υποτιμητική συμπεριφορά με την οποία συχνά μάς αντιμετωπίζουν. Εκεί εξάλλου οφείλονται και τα άλυτα προσωπικά προβλήματα ή τα συμπλέγματα κατωτερότητας κάποιων ηρώων του βιβλίου, οι οποίοι έχουν προβλήματα αυτοπεποίθησης. Παρ’ όλα αυτά, οι χαρακτήρες αυτοί μάς είναι αφάνταστα οικείοι, ακριβώς επειδή μας θυμίζουν τις δικές μας καθημερινές ψυχολογικές μεταπτώσεις… Πάνω απ’ όλα όμως, το βιβλίο της Χίλντας Παπαδημητρίου –ένα μυθιστόρημα σπάνιας ομορφιάς γεμάτο έξυπνο χιούμορ– αποτελεί έναν ύμνο στη φιλία και τις μικρές, καθημερινές απολαύσεις της ζωής, εμβαθύνοντας σε πολλά και διαφορετικά πράγματα και σε όλα ανεξαιρέτως τα επίπεδα. Οι ήρωες του μυθιστορήματος θαυμάζουν ένα όμορφα διακοσμημένο σπίτι με περιποιημένες γλάστρες στο μπαλκόνι, εγκρίνουν ένα γουστόζικο και στιλάτο ντύσιμο κι εκτιμούν ως χειρονομία όταν τους προσφέρεται μια ανθοδέσμη με λουλούδια. απολαμβάνουν ένα πλούσιο και καλομαγειρεμένο γεύμα, το άρωμα ενός εκλεκτού καφέ ή ένα μπουκάλι ακριβό ουίσκι. Ακόμη περισσότερο, αγαπούν τα αυθεντικά βινύλια (κάποιοι απ’ αυτούς είναι αθεράπευτοι vinyl junkies), τις παλιές χειροποίητες κασέτες των φίλων, τα noir αστυνομικά μυθιστορήματα ή τις λιχουδιές και τα γλυκίσματα το ίδιο με τότε που ήταν παιδιά… Σε κάποιο σημείο, στην αρχή του μυθιστορήματος, η Τατιάνα αναλογίζεται: «Τι θέλει ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος; Καλή μουσική, ένα τσιγαράκι και μια κούπα αρωματικό τσάι». Πράγματι, το πάθος για ζωή και ο έρωτας για τη μουσική είναι δύο από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των ηρώων του βιβλίου: Κάποιοι κάνουν μια ζωή αιματηρές οικονομίες για να μαζέψουν τα αγαπημένα τους άλμπουμ και να φτιάξουν την ιδανική δισκοθήκη, ενώ κάποιοι άλλοι αρκούνται σε συμπιεσμένη και «κονσερβαρισμένη» μουσική από mp3... Παρ’ όλα αυτά, καθένας και καθεμία απ’ αυτούς έχει το προσωπικό soundtrack της ζωής του: Είτε πρόκειται για τον Γιόχαν Στράους, τον Μίκη Θεοδωράκη, το ελληνικό έντεχνο, τα παλιά λαϊκά και τα ρεμπέτικα είτε για τους Beatles, τους Clash, τους Gang of Four, τους Cocteau Twins και τους Triffids ή ακόμη και για μια τυχαία συλλογή με lounge, house ή ψευτο-έθνικ μουσική – απ’ αυτές που κυκλοφορούν σωρηδόν στην αγορά… Όσον αφορά τη μουσική αυτή καθ’ αυτή, η Παπαδημητρίου αποτίνει τον προσωπικό της φόρο τιμής σε καλλιτέχνες και μπάντες που έχει αγαπήσει με όλη της την ψυχή (κυρίως κλασικό ροκ και soul). Οι μουσικόφιλοι αναγνώστες θα απολαύσουν ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα γεμάτο αναφορές σε στίχους τραγουδιών που έχουμε όλοι λατρέψει… Επιπλέον, κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος, η συγγραφέας εμπνέεται από προσωπικές εμπειρίες πλάθοντας φανταστικές ιστορίες συνοικιακών ροκ συγκροτημάτων από την Αθήνα –όπως των βραχύβιων ψυχεδελικών Indigo Association– οι οποίοι παρότι διέθεταν προοπτικές για λαμπρή διεθνή καριέρα, εντούτοις είχαν άδοξο τέλος… Από την άλλη, εξίσου ξεκάθαρη είναι η πρόθεση της Παπαδημητρίου να σατιρίσει με ευφυέστατο και ευρηματικό χιούμορ τους γραφικούς, σκληροπυρηνικούς συλλέκτες βινυλίου και τον άκρατο φετιχισμό τους! Χωρίς να προσβάλει κανέναν, η συγγραφέας σκιαγραφεί με μια διάθεση… τρυφερού «πειράγματος» τους θιασώτες ενός ολόκληρου χώρου με τον οποίο είναι εξοικειωμένοι οι περισσότεροι από τους μουσικόφιλους αναγνώστες του μυθιστορήματος: πρόκειται για τον στενό κύκλο των αθηναϊκών δισκοπωλείων και της αφοσιωμένης πελατείας τους – ενός ιδιότυπου δηλαδή μικρόκοσμου. Εξάλλου, η Χίλντα Παπαδημητρίου, ως πρώην ιδιοκτήτρια δισκάδικου, έχει μάθει να ξεχωρίζει τους «άρρωστους» και κολλημένους vinyl junkies ακόμη και φυσιογνωμικά… Σ’ αυτή την κατηγορία συμπεριλαμβάνονται κι εκείνοι που αγοράζουν δίσκους από καταναλωτική ανάγκη και συνήθεια, και όχι πλέον από αγάπη. Εδώ ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να διαβάσει απολαυστικές περιγραφές 40άρηδων συλλεκτών βινυλίου που θυμίζουν τον Γούντι Άλεν, μένουν ακόμη με τη μαμά τους, δεν μπορούν να λείψουν ούτε για λίγο μακριά από τη δισκοθήκη τους, και φυσικά δεν παίζουν τα 45άρια τους για να μην τα χαλάσουν! Αποκορύφωμα φυσικά αποτελεί ένας αθεράπευτος βινυλιομανής ο οποίος ταξινομεί τα συγκροτήματα της συλλογής του ανάλογα με τα νεκρά μέλη που αριθμεί η κάθε μπάντα (παραδόξως, δεν μαθαίνουμε σε ποια θέση βρίσκονται ταξινομημένοι οι Lynyrd Skynyrd ή οι Ramones)! Κλείνοντας την αναφορά μας στο μυθιστόρημα Για μια χούφτα βινύλια της Χίλντας Παπαδημητρίου, αξίζει να σταθούμε και πάλι σε κάτι πού ήδη αναφέρθηκε παραπάνω: η συγγραφέας εμβαθύνει με την πένα της σε πολλά και διαφορετικά πράγματα γύρω από τη ζωή –και σε όλα ανεξαιρέτως τα επίπεδα– γράφοντας για μικρές καθημερινές απολαύσεις αλλά και για όνειρα ζωής που μας είναι γνώριμα. Ίσως γι’ αυτό οι χαρακτήρες που επινοεί μάς είναι τόσο οικείοι και συμπαθείς. Κι ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το βιβλίο διαβάζεται απνευστί…

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Ως προσκλεκλημένος της συγγραφέως και μεταφράστριας Χίλντας Παπαδημητρίου, στη μόνιμη στήλη της στο online μουσικό περιοδικό "Mic", ο Γιώργος Τσελώνης επιλέγει τις 5 αγαπημένες του εκτελέσεις του κλασικού αντιπολεμικού τραγουδιού "Morning dew" (Bonnie Dobson/Tim Rose).


Όταν τον Αύγουστο του 1968 ο Jeff Beck κυκλοφορούσε με τη νεοσύστατη μπάντα του το παρθενικό του άλμπουμ Truth (Epic, US, EMI Columbia, UK) –ακρογωνιαίο λίθο του σκληρού ροκ ήχου–, όλη η αφρόκρεμα της μουσικής κοινότητας είχε στραμμένη την προσοχή της στον βιρτουόζο κιθαρίστα που πριν από έναν χρόνο είχε αποχωρήσει από τους Yardbirds. Ο πρώτος που εκτίμησε την ασύλληπτη δυναμική που περιέκλειε το Truth ήταν ο Jimmy Page, αποφασίζοντας λίγο αργότερα να βασίσει εν πολλοίς τον ήχο και τη δομή του πρώτου δίσκου των Led Zeppelin στις εν λόγω ηχογραφήσεις του Beck... Περίπου στα μέσα της πρώτης πλευράς του άλμπουμ, το “Morning dew” κάνει αισθητή την παρουσία του με τον ήχο μιας σκοτσέζικης γκάιντας που δυναμώνει, ενώ αμέσως μετά κυριαρχεί ο γνώριμος καλπασμός της εισαγωγής – έτσι όπως καθιερώθηκε από την κλασική βερσιόν του Tim Rose. «Φρασάροντας» εύγλωττα με το πετάλι του wah-wah ο Beck συντονίζεται με τα εκστατικά φωνητικά του Rod Stewart (ο Robert Plant επηρεάστηκε έντονα απ’ την ερμηνεία του), ενώ το σφιχτοδεμένο rhythm section –μεστό μπάσο, καταιγιστικά τύμπανα– κι ένας διακριτικός αλλά ευδιάκριτος Nicky Hopkins στο πιάνο (ο πολύτιμος session μουσικός που αναζητούσε κάθε μεγάλη μπάντα στα ‘60s) συμπληρώνουν άψογα το παζλ! Όταν στα τελευταία δευτερόλεπτα του κομματιού οι αλλεπάλληλες ηλεκτρικές εκκενώσεις κι ο καλπασμός θα καταλαγιάσουν, μέσα απ’ την ομίχλη θ’ αντηχήσουν για τελευταία φορά οι σκοτσέζικες bagpipes… Αποτίνοντας ολοφάνερο φόρο τιμής στην πρωτότυπη εκτέλεση της Bonnie Dobson, η ιστορική ιρλανδική folk μπάντα Clannad από το Donegal συμπεριέλαβε στο ομώνυμο ντεμπούτο της (Clannad, Philips, 1973) την πιο αιθέρια εκδοχή του τραγουδιού που ηχογραφήθηκε ποτέ. Διεκδικώντας επάξια μια θέση στο πάνθεον των folk συγκροτημάτων της Γηραιάς Αλβιόνας, οι Clannad παραμένουν ταυτόχρονα περισσότερο «παραδοσιακοί» από τους folk-rockers ομότεχνούς τους (Fairport Convention, Pentangle, Steeleye Span, Mellow Candle, Dr. Strangely Strange, Trees, Spirogyra, Comus), κάνοντάς μας να ξεχάσουμε προς στιγμή ότι το “Morning dew” γράφτηκε από τη Dobson το 1962 και δεν είναι παραδοσιακή μεσαιωνική μπαλάντα! Από τα πρώτα κιόλας αρπίσματα της ακουστικής κιθάρας στην εισαγωγή του κομματιού, μέχρι τη στιγμή που μπαίνει η αλαφροΐσκιωτη φωνή της Moya (Maire) Brennan (αδελφής της γνωστής μας Enya), είναι εμφανές ότι η ερμηνεύτρια δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την Sandy Denny των Fairport Convention ή την Jacqui Mc Shee των Pentangle: η φωνή της βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την αντρική χορωδία που αντηχεί απ’ το υπερώο, κάνοντας την Brennan ν’ ακούγεται σαν μυθικό αηδόνι κλεισμένο ξημερώματα σε χρυσό κλουβί… Κι όταν στη μέση του τραγουδιού παρεμβάλλεται ένα σύντομο πέρασμα με πιάνο και φλάουτο, οδηγούμαστε νοερά, εν ριπή οφθαλμού, σε ακροποταμιές και ξέφωτα… Προσπερνώ το γεγονός ότι οι Led Zeppelin υπήρξαν ανέκαθεν η αγαπημένη μου ροκ μπάντα –αυτοί που με μύησαν στα ηλεκτρικά blues και το μυστικισμό της Ανατολής ήδη από τα 14 μου– και ο Robert Plant ο τραγουδιστής που με έκανε να θέλω ν’ αφήσω μακριά μαλλιά στην πρώιμη νιότη μου. Με τους Zep δεν θα μπορέσω ποτέ να είμαι αντικειμενικός. Θα μείνω ωστόσο για λίγο στα εκλεκτά ακούσματα του Robert: Από την εποχή των βραχύβιων Crawling King Snakes –όπου γνώρισε τον John Bonham–, λίγο πριν προσχωρήσουν μαζί στους λίγο τυχερότερους Band of Joy κι εν συνεχεία στους… New Yardbirds του Jimmy Page, ο Plant έτρεφε μεγάλη αδυναμία στα Delta blues, τις folk μπαλάντες και το αμερικανικό ψυχεδελικό ροκ της Δυτικής & της Ανατολικής Ακτής. Μεταξύ άλλων, θρυλικοί καλλιτέχνες όπως οι Bukka White, Alexis Κorner, Dino Valenti, Tim Hardin, Jimi Hendrix,Youngbloods, Skip Spence, Love, Buffalo Springfield, Tim Buckley, Fairport Convention και Incredible String Band ήταν αυτοί που σφυρηλάτησαν με τα ανθεκτικότερα υλικά τη διαχρονική αισθητική του. Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη το ότι στο άλμπουμ του Dreamland (2002) το “Morning dew” βρίσκει τον ιδανικό ερμηνευτή του στο πρόσωπο του Plant: η φωνή του γήινη και τόσο οικεία. ζεστή σαν μια κούπα γάλα με μέλι. μεστή σαν το κρασί που ωριμάζει στο κελάρι. Και η μουσική; Υπνωτιστική ατμόσφαιρα και oriental vibes απ΄ την αρχή ως το τέλος του κομματιού –σε σημείο να νιώθεις σαν παραζαλισμένη κόμπρα που ξεπροβάλλει απ’ το καλάθι–, αίσθηση απόλυτης μακαριότητας απ’ τα πλούσια ενορχηστρωμένα βιολιά στο background, κι οι οιμωγές απ’ το delay της κιθάρας να θυμίζουν τους υπέρηχους που εκπέμπουν οι φάλαινες ταξιδεύοντας στους ωκεανούς… Ήδη στο ξεκίνημα της καριέρας του –κι έχοντας πρόσφατα εγκαταλείψει το όνομα Warlocks– οι Grateful Dead μάς χάρισαν μία από τις πιο εμπνευσμένες διασκευές του τραγουδιού (album Grateful Dead, Warner Bros. 1967), η οποία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη ζόρικη βερσιόν του Tim Rose, δεδομένου ότι οφείλει πολύ περισσότερα στη νοσταλγική εκτέλεση της Dobson. Δεν είναι λίγοι οι ακροατές που έμαθαν πρώτα το κομμάτι από τους βασιλιάδες της West Coast ψυχεδέλειας, αφού οι Dead κατάφεραν απ’ την πρώτη στιγμή να το κάνουν «δικό τους», αγκαλιάζοντας το ζεστά με τον πολύχρωμο acid μανδύα τους – τον γνωστό τους ήχο-κατατεθέν: Δεν είναι μόνο η παθιασμένη ερμηνεία του Jerry Garcia στα φωνητικά κι οι εκπληκτικές ικανότητές του στην κιθάρα, ούτε το γαλαζωπό ονειρικό φως που ξεχειλίζει απ’ τα ψυχεδελικά keyboards του πρόωρα χαμένου Ron “Pigpen” Mc Kernan, λούζοντας τα πάντα στον στροβιλισμό του… Η εν λόγω 5λεπτη στούντιο εκδοχή του “Morning dew” είναι το απόλυτο soundtrack για ένα ξένοιαστο ξύπνημα. για μια εκδρομή με φίλους ένα υπέροχο πρωινό με λιακάδα! Ακούστε επίσης τη σχεδόν 11λεπτη live εκτέλεση του κομματιού η οποία συμπεριλαμβάνεται στο τριπλό, ζωντανά ηχογραφημένο Europe ’72 (Warner Bros. 1972): Εδώ τα πάντα ακούγονται επιβραδυμένα, μουδιασμένα και νωχελικά –ο χρόνος έχει κυριολεκτικά σταματήσει–, ενώ η φωνή του Garcia ακούγεται περισσότερο θλιμμένη από ποτέ... Για τους αφοσιωμένους Deadheads, το τραγούδι υπάρχει σε πολλά ακόμη επίσημα κι ανεπίσημα live του γκρουπ (ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για την μπάντα που καθιέρωσε το bootlegging ως πρακτική). Η ιστορία του ροκ κρύβει στο χρονοντούλαπό της πολλά μυστικά. Ένα απ’ αυτά συνδέει άμεσα το “Morning dew” με το γενεαλογικό δέντρο των θρυλικών Allman Brothers: Όταν το 1968 οι 31st of February, ένα ροκ τρίο από τη Florida (Scott Boyer: κιθάρα, φωνή, David Brown: μπάσο, Butch Trucks: τύμπανα) ήρθε μέσω του drummer Trucks σ’ επαφή με τους αδελφούς Gregg και Duane Allman, το σύνολο μετατράπηκε αμέσως σε κουιντέτο, η χημεία έδεσε και το γκρουπ άρχισε να ηχογραφεί το δεύτερο άλμπουμ του, το οποίο ωστόσο… δεν κυκλοφόρησε ποτέ! Μόνο έπειτα από λίγα χρόνια, όταν οι Allman Brothers Band είχαν πλέον γίνει πασίγνωστοι, έμελλε να περιληφθεί αναδρομικά το συγκεκριμένο αρχειακό υλικό στον δίσκο Duane & Gregg Allman (Bold Records, 1972). Πολύ αργότερα, η διασκευή των 31st στο “Morning dew” θα συμπεριληφθεί μεμονωμένα στην 4πλη συλλογή Dreams των Allman Brothers (Polydor, 1989). Εν κατακλείδι, με την πολύτιμη συμμετοχή των αδελφών Allman στα φωνητικά, τα πλήκτρα και την κιθάρα (Gregg & Duane αντίστοιχα), οι 31st of February ηχογράφησαν την εκρηκτικότερη, πληρέστερη και πιο acid εκδοχή του τραγουδιού, η οποία συναγωνίζεται σε πάθος ακόμη και την εκτέλεση των Jeff Beck/Rod Stewart: διάχυτη ψυχεδελική ατμόσφαιρα, αριστοτεχνικά δομημένες διφωνίες και άρτια παραγωγή, παθιασμένη ερμηνεία (ο Gregg σε πρώτο πλάνο), δυναμισμός που βαράει κόκκινο, killer organ κι ηλεκτρικά σόλο από μια κιθάρα που πετάει δαιμονισμένα σαν ιπτάμενο χαλί! Ιστορικές στιγμές από μια εποχή που έχει φύγει ανεπιστρεπτί (και για τους φίλους του ψυχεδελικού ροκ: Morning Dew ήταν το όνομα μιας psych-garage μπάντας από το Topeka του Kansas, η οποία έδρασε την περίοδο 1966-1970). Δείτε εδώ το αναρτημένο κείμενο απευθείας στο link της ιστοσελίδας του "Mic": http://www.mic.gr/stili.asp?id=38807

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

MADE IN BRITAIN - Σύγχρονη τέχνη από τη Συλλογή του Βρετανικού Μουσείου 1980-2010 (Διάρκεια έκθεσης;15.02.2012-22.04.2012), Μουσείο Μπενάκη 138. Μετάφραση κειμένων έκθεσης: Γιώργος Τσελώνης. Επιμέλεια κειμένων: Βρετανικό Συμβούλιο, Γιώργος Τσελώνης.



Η Συλλογή του Βρετανικού Συμβουλίου είναι ίσως πιο γνωστή στον υπόλοιπο κόσμο παρά στη χώρα προέλευσής της. Αριθμώντας περισσότερα από 8.500 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής, υδατογραφίας, φωτογραφίας, media installations και video works, η Συλλογή αντανακλά την επιτυχημένη πορεία και τη σταδιακή εξέλιξη της σύγχρονης βρετανικής τέχνης, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα έως σήμερα.

Στη Συλλογή περιλαμβάνονται έργα διεθνώς γνωστών και καταξιωμένων καλλιτεχνών όπως αυτά των Paul Nash, Graham Sutherland, Henry Moore, Barbara Hepworth, David Hockney, Gilbert & George, Richard Deacon, Rachel Whiteread, Sarah Lucas και Damien Hirst. Με στόχο την παρουσίαση της βρετανικής εικαστικής σκηνής σε όλο τον κόσμο, το Βρετανικό Συμβούλιο οργανώνει ατομικές και ομαδικές εκθέσεις με έργα της συλλογής του, η οποία αντανακλά την ιστορία της Βρετανικής τέχνης και τις σημαντικές μετατοπίσεις που πραγματοποιήθηκαν, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980, στον χώρο της αγοράς, της διακίνησης και της πρόσληψης της τέχνης αυτής.

Η έκθεση Made in Britain σχεδιάστηκε αρχικά από το Βρετανικό Συμβούλιο σε συνεργασία με μια ομάδα επιμελητών από την Κίνα και περιόδευσε από το Δεκέμβριο του 2010 έως τον Ιανουάριο του 2012 σε τέσσερα μουσεία, σε όλη τη χώρα (Sichuan Museum στο Chengdu, Xi’an Art Museum, Hong Kong Heritage Museum, Suzhou Museum). Παρότι η έκθεση αναπροσαρμόστηκε ειδικά για την παρουσίασή της στο Μουσείο Μπενάκη, ο βασικός της στόχος παραμένει ο ίδιος: η σύγχρονη βρετανική τέχνη και η συλλογή του Βρετανικού Συμβουλίου να έρθουν πιο κοντά σε ένα νέο κοινό.

Η έκθεση καλύπτει μια περίοδο τριάντα χρόνων μέσα στην οποία έχουν σημειωθεί τεράστιες αλλαγές στο ρόλο που κατέχει η τέχνη στη βρετανική κοινωνία. Από το Intellectual Depression (1980) των Gilbert & George έως το The Sister Troop (2009) του Gary Hume, η έκθεση αφηγείται το πώς η τέχνη χαρτογράφησε και κατέγραψε τις αλλαγές αυτές, ούσα στη πρώτη γραμμή των κοινωνικών μεταβολών η ίδια.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η σύγχρονη τέχνη στη Μεγάλη Βρετανία έχει αναμφισβήτητα στρέψει το ενδιαφέρον της προς θέματα που απασχολούν τη βρετανική κοινωνία. Αυτή η μετατόπιση του ενδιαφέροντος σε κοινωνικά ζητήματα μπορεί μερικώς να ερμηνευθεί και από την άφιξη μιας νέας, επιχειρηματικά τολμηρής και φιλόδοξης γενιάς καλλιτεχνών στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες είναι γνωστοί συλλογικά με το όνομα ΥΒΑs (Young British Artists) και σε αυτούς ανήκουν ονόματα όπως οι Michael Landy, Jake and Dinos Chapman, Damien Hirst, Sarah Lucas, Gillian Wearing. Άλλοι παράγοντες, όπως η θέσπιση του Turner Prize το 1984 (το πρώτο βραβείο που καθιερώθηκε για νέους σύγχρονους καλλιτέχνες στο Ηνωμένο Βασίλειο), το άνοιγμα της γκαλερί Tate Modern το 2000 (ο πρώτος δημόσιος εκθεσιακός χώρος αφιερωμένος στη σύγχρονη τέχνη), η αλληλεπίδραση της τέχνης με τη διαφήμιση και τη δημιουργική βιομηχανία (ειδικά έπειτα από το άνοιγμα της Saatchi Gallery το 1985), όπως και η κατάργηση του εισιτηρίου στις δημόσιες γκαλερί και τα μουσεία το 2001, έχουν όλοι συμβάλει στο να φέρουν τη σύγχρονη τέχνη πιο κοντά σε ένα μεγαλύτερο κοινό – και μάλιστα συχνά σε ένα κοινό το οποίο δεν είχε καμία προηγούμενη εμπειρία ή γνώση πάνω στις εικαστικές τέχνες.

Εν κατακλείδι, η σύγχρονη τέχνη έχει πλέον αποκτήσει χαρακτηριστικά κυρίαρχης τάσης στη Μεγάλη Βρετανία. Ξεφεύγοντας από τα στενά όρια μιας μικρής, μορφωμένης ελίτ, οι νέες καλλιτεχνικές τάσεις προωθούνται –πλέον και με όρους marketing– και γίνονται σταδιακά προσιτές και προσβάσιμες σε ένα ευρύτερο κοινό, ο ενθουσιασμός του οποίου αυξάνεται συνεχώς.

Μετάφραση: Γιώργος Τσελώνης