Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Ο Γιώργος Τσελώνης επιλέγει τις πέντε αγαπημένες του εκτελέσεις του τραγουδιού "Morning dew" για το περιοδικό Mic.



Ως προσκλεκλημένος της συγγραφέως και μεταφράστριας Χίλντας Παπαδημητρίου, στη μόνιμη στήλη της στο online μουσικό περιοδικό "Mic", ο Γιώργος Τσελώνης επιλέγει τις πέντε αγαπημένες του εκτελέσεις του κλασικού αντιπολεμικού τραγουδιού "Morning dew" (Bonnie Dobson/Tim Rose).



Όταν τον Αύγουστο του 1968 ο Jeff Beck κυκλοφορούσε με τη νεοσύστατη μπάντα του το παρθενικό του άλμπουμ Truth (Epic, US, EMI Columbia, UK) –ακρογωνιαίο λίθο του σκληρού ροκ ήχου–, όλη η αφρόκρεμα της μουσικής κοινότητας είχε στραμμένη την προσοχή της στον βιρτουόζο κιθαρίστα που πριν από έναν χρόνο είχε αποχωρήσει από τους Yardbirds. Ο πρώτος που εκτίμησε την ασύλληπτη δυναμική που περιέκλειε το Truth ήταν ο Jimmy Page, αποφασίζοντας λίγο αργότερα να βασίσει εν πολλοίς τον ήχο και τη δομή του πρώτου δίσκου των Led Zeppelin στις εν λόγω ηχογραφήσεις του Beck... Περίπου στα μέσα της πρώτης πλευράς του άλμπουμ, το “Morning dew” κάνει αισθητή την παρουσία του με τον ήχο μιας σκοτσέζικης γκάιντας που δυναμώνει, ενώ αμέσως μετά κυριαρχεί ο γνώριμος καλπασμός της εισαγωγής – έτσι όπως καθιερώθηκε από την κλασική βερσιόν του Tim Rose. «Φρασάροντας» εύγλωττα με το πετάλι του wah-wah ο Beck συντονίζεται με τα εκστατικά φωνητικά του Rod Stewart (ο Robert Plant επηρεάστηκε έντονα απ’ την ερμηνεία του), ενώ το σφιχτοδεμένο rhythm section –μεστό μπάσο, καταιγιστικά τύμπανα– κι ένας διακριτικός αλλά ευδιάκριτος Nicky Hopkins στο πιάνο (ο πολύτιμος session μουσικός που αναζητούσε κάθε μεγάλη μπάντα στα ‘60s) συμπληρώνουν άψογα το παζλ! Κι όταν στα τελευταία δευτερόλεπτα του κομματιού οι αλλεπάλληλες ηλεκτρικές εκκενώσεις κι ο καλπασμός καταλαγιάζουν, μέσα απ’ την ομίχλη αντηχούν για τελευταία φορά οι σκοτσέζικες γκάιντες…
Αποτίνοντας φόρο τιμής στην πρωτότυπη εκτέλεση της Bonnie Dobson, η ιστορική ιρλανδική folk μπάντα Clannad από το Donegal συμπεριέλαβε στο ομώνυμο ντεμπούτο της (Clannad, Philips, 1973) την πιο αιθέρια εκδοχή του τραγουδιού που ηχογραφήθηκε ποτέ. Διεκδικώντας επάξια μια θέση στο πάνθεον των folk συγκροτημάτων της Γηραιάς Αλβιόνας, οι Clannad παραμένουν ταυτόχρονα περισσότερο «παραδοσιακοί» από τους folk-rockers ομότεχνούς τους (Fairport Convention, Pentangle, Steeleye Span, Mellow Candle, Dr. Strangely Strange, Trees, Spirogyra, Comus), κάνοντάς μας να ξεχάσουμε προς στιγμή ότι το “Morning dew” γράφτηκε από τη Dobson το 1962 και δεν είναι παραδοσιακή μεσαιωνική μπαλάντα! Από τα πρώτα κιόλας αρπίσματα της ακουστικής κιθάρας στην εισαγωγή του κομματιού, μέχρι τη στιγμή που μπαίνει η αλαφροΐσκιωτη φωνή της Moya (Maire) Brennan (αδελφής της γνωστής μας Enya), είναι εμφανές ότι η ερμηνεύτρια δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την Sandy Denny των Fairport Convention ή την Jacqui Mc Shee των Pentangle, καθώς η φωνή της βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την αντρική χορωδία που αντηχεί απ’ το υπερώο, κάνοντας την Brennan ν’ ακούγεται σαν μυθικό αηδόνι κλεισμένο ξημερώματα σε χρυσό κλουβί. Κι όταν στη μέση του τραγουδιού παρεμβάλλεται ένα σύντομο πέρασμα με πιάνο και φλάουτο, οδηγούμαστε νοερά, εν ριπή οφθαλμού, σε ακροποταμιές και ξέφωτα…



Προσπερνώ το γεγονός ότι οι Led Zeppelin υπήρξαν ανέκαθεν η αγαπημένη μου ροκ μπάντα –αυτοί που με μύησαν στα ηλεκτρικά blues και τον μυστικισμό της Ανατολής ήδη από τα 14 μου– και ο Robert Plant ο τραγουδιστής που με έκανε να θέλω ν’ αφήσω μακριά μαλλιά στην πρώιμη νιότη μου. Με τους Zep δεν θα μπορέσω ποτέ να είμαι αντικειμενικός. Θα μείνω ωστόσο για λίγο στα εκλεκτά ακούσματα του Robert: Από την εποχή των βραχύβιων Crawling King Snakes –όπου γνώρισε τον John Bonham–, λίγο πριν προσχωρήσουν μαζί στους λίγο τυχερότερους Band of Joy κι εν συνεχεία στους… New Yardbirds του Jimmy Page, ο Plant έτρεφε μεγάλη αδυναμία στα Delta blues, στις folk μπαλάντες και στο αμερικανικό ψυχεδελικό ροκ της Δυτικής και της Ανατολικής Ακτής. Μεταξύ άλλων, θρυλικοί καλλιτέχνες όπως οι Bukka White, Alexis Κorner, Dino Valenti, Tim Hardin, Jimi Hendrix,Youngbloods, Skip Spence, Love, Buffalo Springfield, Tim Buckley, Fairport Convention και Incredible String Band ήταν αυτοί που σφυρηλάτησαν με τα ανθεκτικότερα υλικά την εκλεκτική αισθητική του. Δεν προκαλεί επομένως έκπληξη το ότι στο άλμπουμ του Dreamland (2002) το “Morning dew” βρίσκει τον ιδανικό ερμηνευτή του στο πρόσωπο του Plant: Εδώ η φωνή του είναι γήινη και τόσο οικεία, ζεστή σαν μια κούπα γάλα με μέλι. Μεστή σαν το κρασί που ωριμάζει στο κελάρι. Και η μουσική; Υπνωτιστική ατμόσφαιρα και oriental vibes απ΄ την αρχή ως το τέλος του κομματιού (σε βαθμό να νιώθεις σαν παραζαλισμένη κόμπρα που ξεπροβάλλει απ’ το καλάθι), αίσθηση απόλυτης μακαριότητας απ’ τα πλούσια ενορχηστρωμένα βιολιά στο background, κι οι οιμωγές απ’ το delay της κιθάρας να θυμίζουν τους υπερήχους που εκπέμπουν οι
φάλαινες καθώς ταξιδεύουν στους ωκεανούς…

 

Ήδη στο ξεκίνημα της καριέρας του –κι έχοντας πρόσφατα εγκαταλείψει το όνομα Warlocks– οι Grateful Dead μάς χάρισαν μία από τις πιο εμπνευσμένες διασκευές του τραγουδιού (album Grateful Dead, Warner Bros. 1967), η οποία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη ζόρικη βερσιόν του Tim Rose, δεδομένου ότι οφείλει πολύ περισσότερα στη νοσταλγική εκτέλεση της Dobson. Δεν είναι λίγοι οι ακροατές που έμαθαν πρώτα το κομμάτι από τους βασιλιάδες της West Coast ψυχεδέλειας, αφού οι Dead κατάφεραν απ’ την πρώτη στιγμή να το κάνουν «δικό τους», αγκαλιάζοντάς το ζεστά με τον πολύχρωμο acid μανδύα τους, δηλαδή τον γνωστό τους ήχο-σήμα κατατεθέν: Δεν είναι μόνο η παθιασμένη ερμηνεία του Jerry Garcia στα φωνητικά κι οι εκπληκτικές ικανότητές του στην κιθάρα, ούτε το γαλαζωπό ονειρικό φως που ξεχειλίζει απ’ τα ψυχεδελικά keyboards του πρόωρα χαμένου Ron “Pigpen” Mc Kernan, λούζοντας τα πάντα στον στροβιλισμό του… Η εν λόγω 5λεπτη στούντιο εκδοχή του “Morning dew” είναι το απόλυτο soundtrack για ένα ξένοιαστο ξύπνημα ή για μια εκδρομή με φίλους ένα υπέροχο πρωινό με λιακάδα! Ακούστε επίσης τη σχεδόν 11λεπτη live εκτέλεση του κομματιού η οποία συμπεριλαμβάνεται στο τριπλό, ζωντανά ηχογραφημένο Europe ’72 (Warner Bros. 1972): Εδώ τα πάντα ακούγονται επιβραδυμένα, μουδιασμένα και νωχελικά –ο χρόνος έχει κυριολεκτικά σταματήσει–, ενώ η φωνή του Garcia ακούγεται περισσότερο θλιμμένη από ποτέ... Για τους αφοσιωμένους Deadheads, το τραγούδι υπάρχει σε πολλά ακόμη επίσημα κι ανεπίσημα live του γκρουπ (ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για την μπάντα που καθιέρωσε το bootlegging ως πρακτική).

 

Η ιστορία του ροκ κρύβει στο χρονοντούλαπό της πολλά μυστικά. Ένα απ’ αυτά συνδέει άμεσα το “Morning dew” με το γενεαλογικό δέντρο των θρυλικών Allman Brothers: Όταν το 1968 οι 31st of February, ένα ροκ τρίο από τη Florida (Scott Boyer: κιθάρα, φωνή, David Brown: μπάσο, Butch Trucks: τύμπανα) ήρθε μέσω του drummer Trucks σ’ επαφή με τους αδελφούς Gregg και Duane Allman, το σύνολο μετατράπηκε αμέσως σε κουιντέτο, η χημεία έδεσε και το γκρουπ άρχισε να ηχογραφεί το δεύτερο άλμπουμ του, το οποίο ωστόσο… δεν κυκλοφόρησε ποτέ! Μόνο έπειτα από λίγα χρόνια, όταν οι Allman Brothers Band είχαν πλέον γίνει πασίγνωστοι, έμελλε να περιληφθεί αναδρομικά το συγκεκριμένο αρχειακό υλικό στον δίσκο Duane & Gregg Allman (Bold Records, 1972). Πολύ αργότερα, η διασκευή των 31st στο “Morning dew” θα συμπεριληφθεί μεμονωμένα στην τετραπλή συλλογή Dreams των Allman Brothers (Polydor, 1989). Εν κατακλείδι, με την πολύτιμη συμμετοχή των αδελφών Allman στα φωνητικά, τα πλήκτρα και την κιθάρα (Gregg και Duane αντίστοιχα), οι 31st of February ηχογράφησαν την εκρηκτικότερη, πληρέστερη και πιο acid εκδοχή του τραγουδιού, η οποία συναγωνίζεται σε πάθος ακόμη και την εκτέλεση των Jeff Beck/Rod Stewart: διάχυτη ψυχεδελική ατμόσφαιρα, αριστοτεχνικά δομημένες διφωνίες και άρτια παραγωγή, παθιασμένη ερμηνεία (ο Gregg σε πρώτο πλάνο), δυναμισμός που βαράει κόκκινο, killer organ κι ηλεκτρικά σόλο από μια κιθάρα που πετάει δαιμονισμένα σαν ιπτάμενο χαλί! Ιστορικές στιγμές από μια εποχή που έχει φύγει ανεπιστρεπτί (Και μια πληροφορία για τους φίλους του ψυχεδελικού ροκ: Morning Dew ήταν το όνομα μιας psych-garage μπάντας από το Topeka του Kansas, η οποία έδρασε την περίοδο 1966-1970).

   

Δείτε εδώ το αναρτημένο κείμενο απευθείας στο link της ιστοσελίδας του "Mic": http://www.mic.gr/stili.asp?id=38807

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

MADE IN BRITAIN - Σύγχρονη τέχνη από τη Συλλογή του Βρετανικού Μουσείου 1980-2010 (Διάρκεια έκθεσης;15.02.2012-22.04.2012), Μουσείο Μπενάκη 138. Μετάφραση κειμένων έκθεσης: Γιώργος Τσελώνης. Επιμέλεια κειμένων: Βρετανικό Συμβούλιο, Γιώργος Τσελώνης.



Η Συλλογή του Βρετανικού Συμβουλίου είναι ίσως πιο γνωστή στον υπόλοιπο κόσμο παρά στη χώρα προέλευσής της. Αριθμώντας περισσότερα από 8.500 έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής, υδατογραφίας, φωτογραφίας, media installations και video works, η Συλλογή αντανακλά την επιτυχημένη πορεία και τη σταδιακή εξέλιξη της σύγχρονης βρετανικής τέχνης, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα έως σήμερα.

Στη Συλλογή περιλαμβάνονται έργα διεθνώς γνωστών και καταξιωμένων καλλιτεχνών όπως αυτά των Paul Nash, Graham Sutherland, Henry Moore, Barbara Hepworth, David Hockney, Gilbert & George, Richard Deacon, Rachel Whiteread, Sarah Lucas και Damien Hirst. Με στόχο την παρουσίαση της βρετανικής εικαστικής σκηνής σε όλο τον κόσμο, το Βρετανικό Συμβούλιο οργανώνει ατομικές και ομαδικές εκθέσεις με έργα της συλλογής του, η οποία αντανακλά την ιστορία της Βρετανικής τέχνης και τις σημαντικές μετατοπίσεις που πραγματοποιήθηκαν, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980, στον χώρο της αγοράς, της διακίνησης και της πρόσληψης της τέχνης αυτής.

Η έκθεση Made in Britain σχεδιάστηκε αρχικά από το Βρετανικό Συμβούλιο σε συνεργασία με μια ομάδα επιμελητών από την Κίνα και περιόδευσε από το Δεκέμβριο του 2010 έως τον Ιανουάριο του 2012 σε τέσσερα μουσεία, σε όλη τη χώρα (Sichuan Museum στο Chengdu, Xi’an Art Museum, Hong Kong Heritage Museum, Suzhou Museum). Παρότι η έκθεση αναπροσαρμόστηκε ειδικά για την παρουσίασή της στο Μουσείο Μπενάκη, ο βασικός της στόχος παραμένει ο ίδιος: η σύγχρονη βρετανική τέχνη και η συλλογή του Βρετανικού Συμβουλίου να έρθουν πιο κοντά σε ένα νέο κοινό.

Η έκθεση καλύπτει μια περίοδο τριάντα χρόνων μέσα στην οποία έχουν σημειωθεί τεράστιες αλλαγές στο ρόλο που κατέχει η τέχνη στη βρετανική κοινωνία. Από το Intellectual Depression (1980) των Gilbert & George έως το The Sister Troop (2009) του Gary Hume, η έκθεση αφηγείται το πώς η τέχνη χαρτογράφησε και κατέγραψε τις αλλαγές αυτές, ούσα στη πρώτη γραμμή των κοινωνικών μεταβολών η ίδια.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η σύγχρονη τέχνη στη Μεγάλη Βρετανία έχει αναμφισβήτητα στρέψει το ενδιαφέρον της προς θέματα που απασχολούν τη βρετανική κοινωνία. Αυτή η μετατόπιση του ενδιαφέροντος σε κοινωνικά ζητήματα μπορεί μερικώς να ερμηνευθεί και από την άφιξη μιας νέας, επιχειρηματικά τολμηρής και φιλόδοξης γενιάς καλλιτεχνών στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες είναι γνωστοί συλλογικά με το όνομα ΥΒΑs (Young British Artists) και σε αυτούς ανήκουν ονόματα όπως οι Michael Landy, Jake and Dinos Chapman, Damien Hirst, Sarah Lucas, Gillian Wearing. Άλλοι παράγοντες, όπως η θέσπιση του Turner Prize το 1984 (το πρώτο βραβείο που καθιερώθηκε για νέους σύγχρονους καλλιτέχνες στο Ηνωμένο Βασίλειο), το άνοιγμα της γκαλερί Tate Modern το 2000 (ο πρώτος δημόσιος εκθεσιακός χώρος αφιερωμένος στη σύγχρονη τέχνη), η αλληλεπίδραση της τέχνης με τη διαφήμιση και τη δημιουργική βιομηχανία (ειδικά έπειτα από το άνοιγμα της Saatchi Gallery το 1985), όπως και η κατάργηση του εισιτηρίου στις δημόσιες γκαλερί και τα μουσεία το 2001, έχουν όλοι συμβάλει στο να φέρουν τη σύγχρονη τέχνη πιο κοντά σε ένα μεγαλύτερο κοινό – και μάλιστα συχνά σε ένα κοινό το οποίο δεν είχε καμία προηγούμενη εμπειρία ή γνώση πάνω στις εικαστικές τέχνες.

Εν κατακλείδι, η σύγχρονη τέχνη έχει πλέον αποκτήσει χαρακτηριστικά κυρίαρχης τάσης στη Μεγάλη Βρετανία. Ξεφεύγοντας από τα στενά όρια μιας μικρής, μορφωμένης ελίτ, οι νέες καλλιτεχνικές τάσεις προωθούνται –πλέον και με όρους marketing– και γίνονται σταδιακά προσιτές και προσβάσιμες σε ένα ευρύτερο κοινό, ο ενθουσιασμός του οποίου αυξάνεται συνεχώς.

Μετάφραση: Γιώργος Τσελώνης

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Antony Gormley


Το βαθιά μεταφυσικό περιεχόμενο που αναδύεται απ' τις γλυπτές φιγούρες του Antony Gormley παραπέμπει τόσο στο αλαφροΐσκιωτο αγγελικό σύμπαν του William Blake όσο και στα θύματα του πυρηνικού ολέθρου της Χιροσίμα & του Ναγκασάκι ή τις απολιθωμένες μορφές της Πομπηίας που έμειναν παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα ως μακάβρια σουβενίρ, μετά την έκρηξη του Βεζούβιου. Ένα μικρό, αντιπροσωπευτικό δείγμα των έργων του συμπεριλαμβάνεται στην έκθεση σύγχρονης τέχνης "Made in Britain" που φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη.

Μετάφραση κειμένων έκθεσης: Γιώργος Τσελώνης.
Επιμέλεια κειμένων: Βρετανικό Συμβούλιο, Γιώργος Τσελώνης






Ο Antony Gormley γεννήθηκε το 1950 στο Λονδίνο, όπου σήμερα ζει και εργάζεται.

Σχεδόν τα τελευταία σαράντα χρόνια, ο γλύπτης Antony Gormley χρησιμοποιεί ως μέσο έκφρασης το ίδιο του το σώμα μετατρέποντάς το σε καλούπι για πηλό, χυτό μολύβι και μπρούντζο. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά από βουβές κι απόμακρες ανθρώπινες φιγούρες οι οποίες προκαλούν στον θεατή την αίσθηση της ανησυχίας. Έχοντας σπουδάσει Ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο του Cambridge κι έχοντας εντρυφήσει στις βουδιστικές διδαχές, στην Ινδία, ο Gormley ενδιαφέρεται πρωτίστως ν’ απεικονίσει την ανθρώπινη ψυχή και τη σχέση της με τον κόσμο που την περιβάλλει.

Το έργο του με τίτλο Out of this World (1993-1994) είναι ένα πρώιμο γλυπτό κατασκευασμένο από χυτό μολύβι και πηλό. Έχοντας γεννηθεί το 1950, ο Gormley πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε ένα ψυχροπολεμικό κλίμα γεμάτο ανασφάλεια. Ταυτόχρονα, η διάχυτη αντίληψη ότι ο κόσμος θα χαθεί σ’ ένα ενδεχόμενο πυρηνικό ολοκαύτωμα –ευρέως διαδεδομένη από τις αρχές του ’60 μέχρι τη δεκαετία του ’80–αντικατοπτρίζεται ως επιρροή και στα πρώιμα γλυπτά του καλλιτέχνη: το υλικό της επιλογής του γι’ αυτά ήταν πρωτίστως χυτό μολύβι, δεδομένου ότι ο μόλυβδος προστατεύει από τη ραδιενέργεια. Στις φιγούρες που κατασκευάζει ο Gormley, το κεφάλι είναι κατάλληλα σκαλισμένο ούτως ώστε να μοιάζει με κοίλωμα – ένα είδος «καταφυγίου» για το υπόλοιπο σώμα, σε περίπτωση ανάγκης...







Μετάφραση: Γιώργος Τσελώνης

Mark Titchner


Το πολυπρισματικό εικαστικό έργο του Βρετανού καλλιτέχνη Mark Titchner δίνει την εντύπωση ότι είναι εμπνευσμένο απ' τα ψυχεδελικά ροκ πόστερ της δεκαετίας του '60 και τον θρυλικό τηλεφωνικό θάλαμο-χρονομηχανή "Tardis" του Dr. Who. Εντούτοις, για ένα διάστημα "προσγειώνεται" στον χώρο του Μουσείου Μπενάκη (Πειραιώς 138), στην αναδρομική έκθεση σύγχρονης τέχνης "Made in Britain" -αντιπροσωπευτική του ρηξικέλευθου ρεύματος των Young British Artists- η οποία συνδιοργανώνεται από το Ίδρυμα Μπενάκη και το Βρετανικό Συμβούλιο.

Μετάφραση κειμένων έκθεσης: Γιώργος Τσελώνης.
Επιμέλεια κειμένων: Βρετανικό Συμβούλιο, Γιώργος Τσελώνης.




Ο Mark Titchner γεννήθηκε στο Luton το 1973. Σπούδασε στο Hertfordshire College of Art and Design την περίοδο 1991-1992, κι έπειτα συνέχισε τις σπουδές του στο Central St Martins College of Art and Design το διάστημα 1992-1995. Σήμερα ζει και εργάζεται στο Λονδίνο.

Το έργο του Titchner εξερευνά ιδέες που σχετίζονται με την πίστη και τις πεποιθήσεις των ανθρώπων. Τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί εκτείνονται από τη γλυπτική και τα media installations μέχρι τις ψηφιακές εκτυπώσεις και τις προβολές με βίντεο. Κεντρικό ρόλο στα έργα του έχουν οι έτοιμες και στερεότυπες φράσεις τις οποίες ο καλλιτέχνης αντλεί από διαφορετικές πηγές (πολιτικές διακηρύξεις, φιλοσοφικές θεωρίες, στίχοι τραγουδιών, διαφημίσεις) εν είδει κειμένου-επιγραφής με συγκεκριμένα μηνύματα. Κάθε μήνυμα επιλέγεται έτσι ώστε να προσελκύει την προσοχή του θεατή, παροτρύνοντάς τον να δράσει ή να συλλογιστεί. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το έργο του The Future Demands Your Participation (2006): παρότι το χρησιμοποιούμενο κείμενο μοιάζει να στερείται νοήματος –έχοντας πια αποκοπεί από την αρχική του πηγή– εντούτοις προσκαλεί τον θεατή να εμβαθύνει στο μήνυμα που εμπεριέχει. Έτσι, ο τελευταίος παρασύρεται απ’ την «υπερβατική» φύση του μηνύματος χωρίς να κατανοεί τι ακριβώς συμβαίνει. Το αναγνωρίσιμο γραφιστικό στυλ του Titchner ασκεί υπνωτική και παραισθησιογόνο επίδραση στον παρατηρητή μέσω της χρήσης του “light box” (ένα ειδικά κατασκευασμένο κουτί με ημιδιαφανές καπάκι, απ’ το οποίο εκπέμπεται ηλεκτρικό φως), παραπέμποντας στις φωτεινές διαφημιστικές επιγραφές που συναντάμε στις στάσεις των λεωφορείων. Μέσω του light box ο καλλιτέχνης εξερευνά τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προσλαμβάνουν μηνύματα και δημιουργούν σκέψεις.



Μετάφραση: Γιώργος Τσελώνης

Boyd Webb


Έχοντας βρει πολλούς μιμητές ακόμη κι απ' τον χώρο της διαφήμισης, το ευρηματικό φωτογραφικό έργο του Boyd Webb κερδίζει δικαιωματικά μια θέση στην έκθεση σύγχρονης τέχνης "Made in Britain" η οποία φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη. Τα εκτιθέμενα έργα του ρεύματος των "Young British Artists" ανήκουν στη συλλογή του Βρετανικού Συμβουλίου.

Μετάφραση κειμένων έκθεσης: Γιώργος Τσελώνης.
Επιμέλεια κειμένων: Βρετανικό Συμβούλιο, Γιώργος Τσελώνης.




Ο Boyd Webb γεννήθηκε στο Christchurch της Νέας Ζηλανδίας το 1947, κι αργότερα, το 1972, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο για να σπουδάσει Γλυπτική στο Royal College of Art. Ζει και εργάζεται στο Brighton της Αγγλίας.

Οι μυστηριώδεις και περίτεχνες φωτογραφικές συνθέσεις του Webb είναι δημιουργημένες με τη βοήθεια κατασκευασμένων σετ σκηνικών που έχουν προηγουμένως στηθεί στο πλατό του στούντιο. Τα πρώιμα έργα του ασχολούνται με την ενδόμυχη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, αφήνοντας αλληγορικούς υπαινιγμούς για την έλλειψη σεβασμού του ανθρώπου προς την ανθρωπότητα και την πιθανή επικείμενη εκδίκηση της φύσης. Το έργο του Tethered Ray (1981) είναι μια φωτογραφία που μάς αποκαλύπτει αθέατες φανταστικές εικόνες, οι οποίες αναδύονται απ’ τη συνείδηση του καλλιτέχνη. Στο σκηνικό που δημιουργεί ο Webb διακρίνουμε ένα σαλάχι το οποίο φαινομενικά γλιστράει ελεύθερο στον βυθό της θάλασσας. Ωστόσο, με μια προσεκτικότερη ματιά παρατηρούμε ότι είναι αλυσοδεμένο στον πυθμένα. Μια δέσμη φωτός χύνεται πάνω στην επίπεδη ράχη του ψαριού δίχως οστά, προσθέτοντας μια θεατρική αίσθηση στην εικόνα, κάνοντας έτσι τον θεατή ν’ αναρωτηθεί πώς ένα τόσο όμορφο και αθώο πλάσμα μπορεί να κρατηθεί φυλακισμένο σε δεσμά, χωρίς να είναι πια ελεύθερο να περιπλανηθεί στον ωκεανό.




Μετάφραση: Γιώργος Τσελώνης

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Angus Fairhurst


Τα ανατρεπτικά βίντεο και οι πλούσιες σε μηνύματα γλυπτές μορφές του αυτόχειρα εικαστικού Angus Fairhurst (υποδηλωτικές της γνωστής τάσης των ανθρώπων να καμουφλάρουν τις ευαίσθητες πτυχές του εαυτού τους πίσω από ένα "σκληρό" προσωπείο) συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση σύγχρονης τέχνης "Made in Britain", η οποία φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη, σε συνδιοργάνωση με το Βρετανικό Συμβούλιο.

Μετάφραση κειμένων έκθεσης: Γιώργος Τσελώνης.
Επιμέλεια κειμένων: Βρετανικό Συμβούλιο, Γιώργος Τσελώνης.




O Angus Fairhurst γεννήθηκε στο Kent το 1966 και σπούδασε στο Canterbury Art College για έναν χρόνο, πριν αρχίσει να παρακολουθεί μαθήματα στο Goldsmiths College, στο Λονδίνο, το 1989. Εκεί δημιούργησε στενή φιλία με τον Damien Hirst και το 1988 οι δύο καλλιτέχνες συνέλαβαν ως ιδέα και διοργάνωσαν από κοινού την ιστορική έκθεση Freeze.

Αξιοποιώντας ένα ευρύ φάσμα εκφραστικών μέσων, όπως ζωγραφική, γλυπτική και προβολές βίντεο, τα έργα του Fairhurst αναδεικνύουν το ξεχωριστό του χιούμορ με έναν ευρηματικό και προκλητικό τρόπο. Η διαδικασία της δημιουργίας κατέχει εξίσου κεντρικό ρόλο στο έργο του, γι’ αυτό και ο καλλιτέχνης αφοσιώθηκε συστηματικά στους παράγοντες της φόρμας και της δομής, επιχειρώντας να καθυποτάξει την αποβλεπτικότητα ή προβλεπτικότητα (intentionality) στην ίδια την πράξη της δημιουργίας. Επί κάποια χρόνια, ο Fairhurst είχε αφιερωθεί στη δημιουργία μια σειράς ανθρωπομορφικών σχεδίων, χρησιμοποιώντας συχνά τη μορφή ενός γορίλα στο πλαίσιο ενός «αφηγηματικού κύκλου». Σύμφωνα με τη δαρβινική λογική, η γοητεία που ασκεί ο γορίλας σχετίζεται με τη συγγένειά του με την ανθρώπινη φιγούρα, δεδομένης της ομοιότητάς του στην όψη με τον άνθρωπο (o συγκεκριμένος παραλληλισμός είναι εμφανής, κι έτσι δεν απαιτείται κάποια περαιτέρω επεξήγηση). Στα σχέδια και τις καρικατούρες του Fairhurst συχνά ένας γορίλας απεικονίζεται ν’ ανοίγει τη στολή του, κι από μέσα να ξεπροβάλλει, για παράδειγμα, ένα ψαράκι... Όταν τα ουσιωδώς προσωπικά σκίτσα του καλλιτέχνη άρχισαν να εκτίθενται στο κοινό, η μορφή του γορίλα απέκτησε ζωή και υιοθετήθηκε από τον Fairhurst ως alter ego του ίδιου του εαυτού. Στο βίντεο A Cheap and Ill-fitting Gorilla Suit (1995), σε μια σειρά διαδοχικών κινήσεων, βλέπουμε τον καλλιτέχνη μεταμφιεσμένο με στολή γορίλα να χοροπηδάει μανιακά μπροστά στην κάμερα, λίγο προτού η στολή αρχίσει να διαλύεται –κι ενώ παραγεμίσματα από χαρτί εφημερίδας διασκορπίζονται τριγύρω–, έως ότου ο Fairhurst ξεπροβάλλει γυμνός μέσα απ’ τη τριχωτή μεταμφίεση κι οποιαδήποτε αίσθηση ψευδαίσθησης διαλυθεί οριστικά.

Ο Angus Fairhurst αυτοκτόνησε το 2008 σε ηλικία 41 ετών.




Μετάφραση: Γιώργος Τσελώνης

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Peter Doig


Τα αφηρημένα, ονειρικά τοπία που αναδύονται από τους πίνακες του Σκωτσέζου ζωγράφου Peter Doig βρίσκουν για ένα διάστημα στέγη στην έκθεση σύγχρονης τέχνης "Made in Britain" η οποία φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη, υπό την αιγίδα του Βρετανικού Συμβουλίου.

Μετάφραση κειμένων έκθεσης: Γιώργος Τσελώνης
Επιμέλεια κειμένων: Βρετανικό Συμβούλιο, Γιώργος Τσελώνης




Ο Peter Doig γεννήθηκε το 1959 στο Εδιμβούργο και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Τρινιντάντ και στον Καναδά, πριν επιστρέψει στη Μεγάλη Βρετανία το 1979. Σπούδασε τόσο στο Wimbledon School of Art όσο και στο St. Martin’s School of Art, ενώ στη συνέχεια μετακόμισε στο Λονδίνο για να ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Chelsea School of Art. Επέστρεψε στο Τρινιντάντ το 2002, όπου σήμερα ζει και εργάζεται.

Παρότι ο Doig καθιέρωσε τη φήμη του ως καλλιτέχνης του οποίου το εικαστικό έργο αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από τοπία, ο ίδιος παραμένει «ζωγράφος τοπίων» υπό μια εντελώς παραλλαγμένη, μη συμβατική έννοια που αψηφά κάθε κατηγοριοποίηση. Οι πίνακες που δημιουργεί είναι εικόνες τοπίων που ίπτανται μεταξύ μνήμης και φαντασίας, εμπνευσμένων από φωτογραφικά και κινηματογραφικά ερεθίσματα ή ανάλογες εμπειρίες που ο καλλιτέχνης έχει συλλέξει τόσο κατά τη διαμονή του σε αστικό περιβάλλον όσο κι από ένα ευρύ φάσμα αναμνήσεων της παιδικής του ηλικίας, αποτελούμενο από φυσικά τοπία. Σε μεγάλες επιφάνειες καμβά ανακαλεί εικόνες απ’ τις αχανείς εκτάσεις του Καναδά, χρησιμοποιώντας όχι μόνο τα αποθέματα της μνήμης του, αλλά και την αντίληψη του θεατή ως προς τη συλλογική ανάμνηση ενός τοπίου. Η πανοραμική του ματιά παραπέμπει σε ανάλογες κινηματογραφικές εικόνες, ενώ ο ίδιος έχει παραδεχθεί την επιρροή που ασκεί η διαδοχή των καρέ στο εικαστικό του έργο. Ο Doig περιγράφει τον πίνακά του "Hill Houses" (1990-1991) ως την «προσωπική απεικόνιση μιας φωτογραφίας που βρήκε στο "National Geographic", η οποία του θύμιζε έντονα ένα μέρος στο Κεμπέκ όπου έζησε σε νεαρή ηλικία». Όπως λέει χαρακτηριστικά, «πρόκειται για τη φανταστική απεικόνιση μιας ανάμνησης».

Το έργο του "Untitled" ("Green") (1988) ανήκει σε μια σειρά σπουδών δημιουργημένων με λάδι σε χαρτί, ενώ ο Doig υποστηρίζει ότι είναι εν μέρει εμπνευσμένο από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας τρόμου "Παρασκευή & 13" του Sean Cunningham.


Μετάφραση: Γιώργος Τσελώνης